Ο εσωτερικός εχθρός

pegasus_LARGE_t_242261_54492775

πηγή: thetravelbook.gr

Ο γιος μου είναι πεντέμιση ετών. Στο νηπιαγωγείο. Τη Μεγάλη Παρασκευή, στην ακολουθία του επιταφίου, τον είχα στον ναό, κατάχαμα καθισμένο σε μια γωνιά, μαζί με τη μικρή του αδερφή, να ζωγραφίζει σε κάτι μπλοκ που τους είχαμε δώσει. Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα εκείνου του πανέμορφου «Δος μοι τούτον τον ξένον». Οι ψάλτες το έψαλλαν ως εξής: ο ένας κανοναρχούσε τους στίχους σε νεοελληνική μετάφραση κι ο άλλος τους έψελνε στην αρχαία. «Δώσε μου εκείνο τον ξένο…».

Λίγο μετά βγήκαμε για την περιφορά. Η διαδρομή ήταν μεγάλη, τα παιδιά κουράστηκαν, νύσταξαν. Γυρίσαμε στην Εκκλησία κατά τις δέκα το βράδυ. Εκεί απέξω στα σκαλιά, ο ιερέας διάβασε και πάλι σε νεοελληνική μετάφραση (μια εξαιρετική μετάφραση) την προφητεία του Ιεζεκιήλ, για την κοιλάδα των ξηρών οστών. Σ’ αυτές τις δύο μόνο στιγμές παρεισέφρυσε η Νεοελληνική στη συγκεκριμένη λατρευτική περίσταση.

Την επόμενη μέρα, το μεσημέρι, ο γιος μου ζωγράφιζε πάλι στο τραπέζι της κουζίνας. Εκεί κάπου, μονολογώντας, τον άκουσα να λέει «Δώσε μου εκείνο τον ξένο…». Λίγο μετά ήρθε και με βρήκε στο γραφείο μου: «Μπαμπά», με ρώτησε, «Τι ήταν εκείνο που είπε χθες ο πατηρ Α. για την πεδιάδα με τα ξερά κόκκαλα, που πήραν σάρκες και νεύρα και δέρμα και γίναν άνθρωποι;». Με έβαλε να του διηγηθώ εξαρχής την προφητεία και με κοίταγε με τα παιδικά του μάτια ορθάνοιχτα από έκπληξη και περιέργεια. Του μίλησα κάποια στιγμή για τα «νεκρά κόκκαλα»… «Όχι», με διόρθωσε, «ξερά κόκκαλα»…

Είχε ακούσει όλη την ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής ζωγραφίζοντας και χαζολογώντας σε μια γωνιά. Είχε κουραστεί κι είχε νυστάξει. Όμως, την επόμενη ημέρα φάνηκε πως ό,τι ακουγόταν στον ναό, γινόταν και δικό του άκουσμα, χωρίς απαραιτήτως να είναι ο ίδιος προσηλωμένος σ’ αυτό. Ακόμα κι όταν δεν πρόσεχε, το αυτί του προσελάμβανε. Κι όταν ήρθε η ώρα της ανάκλησης, η ώρα να αναδυθούν από μέσα του αυτά που είδε και άκουσε, δηλαδή η εμπειρία του παρελθόντος, ο νους του στάθηκε μονάχα σε κείνα τα δύο κομμάτια που μίλησαν στην καρδιά του˙ και μίλησαν στην καρδιά του γιατί μίλησαν τη γλώσσα της καρδιά του, τη γλώσσα που πρωτοάκουσε απ’ τη μάνα του στην κούνια – μ’ αυτή τον νανούρισε, μ’ αυτή του γλυκομίλησε. Οι άνθρωποι μεγαλώνοντας μαθαίνουμε πολλές γλώσσες. Μία όμως είναι η «μητρική» μας κι αυτή είναι που μιλάει ευθεία στην καρδιά μας.

Σκέφτομαι πως τα παιδιά μου θα τα ‘χω δίπλα μου στην εκκλησία μέχρι την εφηβεία τους. Μπορεί και μετά ή μπορεί και όχι, ποιος ξέρει – εκεί προς την εφηβεία, τα παιδιά αρχίζουν να παίρνουν τον δικό τους δρόμο και να κάνουν τις δικές τους επιλογές. Μέχρι τότε όμως, θα ακολουθούν καταπόδας τα βήματά μας προς τον ναό. Σε κάθε λειτουργία, σε κάθε ακολουθία, σε κάθε λατρευτική περίσταση. Και σκέφτομαι πως αν μέσα στον ναό ακούγονταν πολλά στη νεοελληνική γλώσσα (όχι όλα, δεν γίνεται όλα, ούτε πρέπει), τότε τα παιδιά μου θα είχαν την ευκαιρία για 13-15 χρόνια να ακουν αδιάλειπτα ζωντανή θεολογία. Δεν θα χρειαζόταν τίποτα να τους πούμε εμείς. Θα άκουγαν, θα θαύμαζαν, θα ρώταγαν από μόνα τους. Η μητρική τους γλώσσα θα φρόντιζε να οδηγεί έννοιες, εικόνες, αισθήματα και παραβολές στον κρυφό χώρο της καρδιάς τους. Κι όλοι ξέρουμε τι σημαίνει να ‘χει ο άνθρωπος από παιδί κάποια πολύτιμα πράγματα κλειδωμένα στην καρδιά του…

Αλλά η ορθόδοξη εκκλησία δεν θέλει καν να ακούσει για μετάφραση στη λατρεία. Όπως κάποτε δεν ήθελε επίσης να διανοηθεί μετάφραση της Βίβλου. [Σκοτώθηκαν άνθρωποι στα «Ευαγγελικά», στα επεισόδια που προκάλεσε η σύγκρουση για τη μετάφραση της Βίβλου, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Κι η σύγκρουση εκείνη τελείωσε με «νίκη» των αρνητών της μετάφρασης… Τι τραγική ειρωνεία… Ποιος τους θυμάται σήμερα, που έχουμε πια το προνόμιο να διαβάζουμε τη Βίβλο στη γλώσσα μας;].

Κι ακόμα σκέφτομαι πως την Εκκλησία κανείς εξωτερικός εχθρός δεν μπόρεσε να τη λυγίσει, να κάνει το μήνυμά της να θολώσει, την αλήθεια της να σιγήσει ή να νοθευτεί. Ακόμα κι οι αυτοκράτορες που το προσπάθησαν, τσακίστηκαν πάνω στα βράχια της χριστιανικής ανθεκτικότητας. Αν όμως υπάρχει ένας έστω εχθρός που μπορεί να κάνει την Εκκλησία να λυγίσει, να πάψει να είναι αυτό που ήταν πάντα –ελπίδα και φως για τους ανθρώπους– τότε αυτός είμαστε εμείς οι χριστιανοί, ο εσωτερικός εχθρός. Εμείς έχουμε την ικανότητα να διαλύσουμε την Εκκλησία, να σβήσουμε τη φλόγα της, να την κάνουμε να γονατίσει και να παραδώσουμε την αλήθεια της στη λήθη και το σκοτάδι. Και την έχουμε αυτή τη δυνατότητα γιατί ο Χριστός μάς την εμπιστεύτηκε, μας όρισε διακονητές και επισκόπους της, ελεύθερους κατά πάντα, ελεύθερους ακόμα και να αρνηθούμε την αληθινή ζωή της, από οκνηρία ή ανία ή συνήθεια ή «ευσέβεια»˙ ευσέβεια στρεβλή, ικανή να βαλσαμώσει την αλήθεια σ’ ένα νεκρό εκμαγείο που καμώνεται την «παράδοση».

Δεν ξέρω πόσα πράγματα θα ευδοκήσει ο καλός Θεός να κερδίσουν τα παιδιά μου από τη λατρεία, σ’ αυτά τα κρίσιμα 13-15 χρόνια της παιδικής λατρευτικής τους ζωής. Ξέρω όμως πόσα τους στερεί και θα τους στερήσει ο εσωτερικός εχθρός. Χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι…

Posted in Κατόψεις… χριστιανικές! | 2 Comments

Σαπίλα ή αλάτι;

ΑμβρόσιοςΣπάνια επικαλούμαι τη θεολογική μου ιδιότητα. Δεν μου αρέσει να λέω ότι είμαι θεολόγος. Όχι γιατί δεν τιμώ τη θεολογία – το αντίθετο, την τιμώ τόσο, ώστε να μην την ευτελίζω ασύνετα πλάι στο όνομά μου. Και δεν είναι ότι μου αρέσουν εκείνα τα ευσεβοφανή που λένε διάφοροι συνάδελφοι ότι «μόνο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης κι ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός ήταν “θεολόγοι” (άντε κι ο Άγιος Συμεών…), όχι εμείς». Προσωπικά, αρνούμαι να αυτοπροσδιορίζομαι θεολόγος, διότι ο Θεός με αξίωσε να γνωρίσω πραγματικούς θεολόγους της εποχής μας, με γνώση και σπουδή, με διάκριση και κύρος, ανθρώπους που έχουν μελετήσει τη Βίβλο και την πατερική παράδοση κι έχουν μάθει να διακρίνουν την ουσία από το περίβλημά της.

Όμως, ας μου επιτραπεί τούτη την ώρα να επικαλεστώ τη θεολογική μου ιδιότητα, αν και, εν προκειμένω, η απλή ιδιότητα του χριστιανού μπορεί και να επαρκεί για ό,τι θέλω να πω. Δείτε, παρακαλώ, το εξής βιντεάκι (από το 6:20 και μετά). Είναι ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας που μιλά.

Αν η θεολογική μου ιδιότητα ή η ιδιότητα του χριστιανού μού προσδίδει κάποια ευθύνη˙ αν μας επιφορτίζουν κάποιο χρέος τα λόγια του αποστόλου Παύλου στην Α´ Προς Κορινθίους επιστολή (5,12-13)˙ αν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να κρατήσουμε ανόθευτη τη μαρτυρία της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο˙ αν έχει νόημα να διακρίνουμε τι ίσταται και τι καταπίπτει μέσα στην «αυλή» μας, την αυλή της Εκκλησίας˙ αν υπάρχει λόγος να διατηρούμε τα εσωτερικά μας αντανακλαστικά σε εγρήγορση και τα κριτήριά μας καθαρά˙ αν, τέλος, έχουν την παραμικρή αξία τα λόγια μου, συγχωρέστε μου να το πω με όση δύναμη διαθέτω: ο άνθρωπος που είδατε στο παραπάνω βιντεάκι, ΔΕΝ είναι χριστιανός ποιμένας. Δεν τον εξαιρώ εγώ από αυτή του την ιδιότητα. Είναι τα ίδια του τα λόγια που τον εξαιρούν. Μην μπερδεύεστε από το γεγονός ότι κατέχει μητροπολιτικό θώκο – δεν είναι τα ράσα που κάνουν τον παπά. Ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας έχει de facto εκπέσει από τη χαρισματική του διακονία, έχει de facto απωλέσει το δικαίωμα να ονομάζεται χριστιανός ποιμένας. Αν υπάρχει Ιερά Σύνοδος, αν λειτουργούν τα αρμόδια θεσμικά όργανα, θα τον εγκαλέσουν και τυπικά για τη δημόσια αυτή τοποθέτησή του (που έγινε μάλιστα εν πλήρη αρχιερατική περιβολή, σε λατρευτική περίσταση!). Αλλά αυτό μόνο επικυρωτική σημασία θα έχει – για όλους εμάς, που θέλουμε να ασκούμαστε μέσα στον στίβο της Εκκλησίας, ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας έχει χάσει κάθε νομιμοποίηση στα μάτια μας και η θεσμική επιβεβαίωση αυτής της πραγματικότητας έχει καθαρά τυπικό χαρακτήρα.

Δεν είναι η αντιπάθειά μου προς το πρόσωπο του ταλαίπωρου ανδρός, η αιτία όσων γράφω εδώ. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα του λάθους και το περιθώριο της μετάνοιας. Και η Εκκλησία χωρεί και συγχωρεί τα πάντα. Αλλά τίποτα από αυτά δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα στην Εκκλησία, αν χάσουμε τη δυνατότητά μας να ξεχωρίζουμε τι αληθεύει μέσα στο σπιτικό μας και τι νοθεύει την αλήθεια του. Έχει σημασία να καταλάβουμε πως αν αφήσουμε και αυτή την παρεκτροπή του Αιγιαλείας – μία μέσα στις πολλές– να περάσει δίχως να τη στιγματίσουμε εμφατικά, τότε αφήνουμε τα κριτήριά μας να θολώνουν: τι αποτελεί άγιο και τι εφάμαρτο τελικά; Ποιο λάθος είναι απλώς πταίσμα και ποιο έγκλημα; Ποια δήλωση, ποια πράξη αμαυρώνει τη μαρτυρία της Εκκλησίας και ποια την αναδεικνύει απαστράπτουσα; Ποιος χριστιανός παραπλανά τους ανθρώπους και ποιος τους βοηθά να βρουν τον Χριστό; Αν δεν διακρίνουμε αυτά τα πράγματα, τότε η χριστιανική βιοτή γίνεται άλλος ένας θολός πολτός, ανάμεσα στις τόσες ζωές που προτείνει ο σύγχρονος κόσμος. Οι χριστιανοί καταλάβαιναν πάντα την αποστολή τους στον κόσμο ως «άλας» (Ματθ. 5,13), ως αλάτι που αρταίνει την ανθρώπινη ζωή, όχι μόνο δίνοντάς της τη νοστιμιά του νοήματος αλλά και κρατώντας μακριά (όπως το αλάτι στα αποθηκευμένα τρόφιμα) κάθε σαπίλα. Αν οι χριστιανοί εύχονται τη σαπίλα των άλλων και θέλουν αυτή να σκορπούν, αντί να την κρατούν μακριά, πολύ απλά δεν είναι χριστιανοί. Κι αν μπερδέψουμε το αλάτι με τη σαπίλα, τότε Εκκλησία δεν υπάρχει κι ο κόσμος χάνει την ελπίδα του.

Δεν θα επιχειρηματολογήσω γιατί οι δηλώσεις του Αιγιαλείας είναι σαπίλα κι όχι αλάτι – δεν επιχειρηματολογεί κανείς για τα αυτονόητα. Ούτε με όσα λέω συντάσσομαι τάχα στο πλευρό όσων θέλησε να στιγματίσει ο, κατ’ όνομα, επίσκοπος – μόνο ανόητος πρέπει να είναι κανείς για να μου καταλογίσει τέτοιες προθέσεις. Άλλο πράγμα θέλω να θυμίσω εδώ: «Προσέχετε μη σας ξεγελάσει κανείς», λέει ο Κύριος, «Γιατί πολλοί θα εμφανιστούν επικαλούμενοι το όνομά μου, λέγοντας “εγώ είμαι ο Χριστός” και θα παραπλανήσουν πολλούς» (Ματθ. 24,5). Ο κάθε επίσκοπος στέκει εις τύπον και τόπον Χριστού. Κάθε επίσκοπος είναι εικόνα του Χριστού μέσα στην Εκκλησία. Με άλλα λόγια, ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας «εμφανίζεται επικαλούμενος το όνομα του Κυρίου» και παλεύει να μας ξεγελάσει, να μας παραπλανήσει. Δεν θα το πετύχει…

Posted in Κατόψεις… χριστιανικές! | 14 Comments

Ήταν το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος έκπληξη;

nai_oxi-750x400Ο Χρήστος Γιανναράς, διανοούμενος με ζωηρή σκέψη και παρρησία, έγραψε στο κυριακάτικο φύλλο της Καθημερινής (27/3/2016) ένα όμορφο κείμενο (βλ. εδώ), όπου εξήρε ως «έκπληξη», την αδελφική αντιμετώπιση της προσφυγιάς από τμήμα του ελληνικού λαού. Μετά από αυτοπρόσωπη (καταπώς αφήνει να εννοηθεί) διερεύνηση στον Πειραιά, ο συντάκτης δείνει μια γλαφυρή εικόνα όλων εκείνων των αφανών ηρώων, που αντιμετωπίζουν με αυταπάρνηση και ανιδιοτέλεια τη δυστυχία των εξ ανατολών συνανθρώπων μας, που μοίρα τραγική τούς έφερε να ζητήσουν καταφυγή στον τόπο μας.

Το κείμενο είναι, όπως είπα, όμορφο. Πετυχαίνει τον στόχο του και δικαιολογεί τον τίτλο του. Αποτελεί πράγματι συγκινητική έκπληξη αυτή η άλλη Ελλάδα «με την ευαισθησία της τεταμένη για τις κοινωνικές προτεραιότητες, την ανθρωπιά, τη χαρά της προσφοράς». Μονάχα εκεί προς το τέλος της επιφυλλίδας του, ο γνωστός συγγραφέας παραπατά: «Aν καθαρίσει ποτέ η ματιά μας από τον σκοτασμό που φέρνει η οργή, έστω και δίκαιη, θα αναγνωρίσουμε ότι η στάση απέναντι στους πρόσφυγες ήταν η δεύτερη έκπληξη που, μέσα σε ένα χρόνο, εμφάνισε η ελληνική κοινωνία. H πρώτη έκπληξη ήταν το δημοψήφισμα της 5ης Iουλίου 2015…: Tο σθένος των Eλλήνων να πουν «όχι», σε ποσοστό 62%…».

Ίσως θύμα κι ο ίδιος της «δίκαιης έστω οργής» και του σκοτασμού της, ονομάζει ο συντάκτης «έκπληξη» κάτι που τα ίδια τα γεγονότα μάς έδειξαν πως δεν είναι. Ας εξηγηθώ.

Ο Χρήστος Γιανναράς είναι από τις λίγες δημόσιες πένες, που έχει αναδείξει ευθύβολα το βασικό πρόβλημα των νεοελλήνων: την ακρισία. Ακρισία σημαίνει αδυναμία ορθολογικής κρίσης, αδυναμία να βάλω στην άκρη το θυμικό μου, που υπερεκχειλίζει μέσα μου, και να κοιτάξω τα πράγματα με ευθύτητα, ζυγιάζοντάς τα με μάτι καθαρό. Και πράγματι, οι Έλληνες αυτό ακριβώς το χτικιό κουβαλάμε: να μην μπορούμε να δούμε τα πράγματα ξεκάθαρα – ολοένα να στραβωνόμαστε από την οργή (σπάνια τη χαρά μας), τον φθόνο, την κακεντρέχια, την ευθυνοφοβία, τη σιχασιά, και να μην κοιτάζουμε κατάματα τα δεδομένα της πραγματικότητας.

Τα δεδομένα της πραγματικότητας τον Ιούλιο του 2015 έλεγαν μια απλή αλήθεια: η χώρα μόνη της δεν μπορεί να ζήσει ούτε για ένα μήνα. Η κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να διαπραγματευτεί με τους δανειστές της, εξάντλησε τα αποθεματικά ταμεία κάθε δημόσιου φορέα, και πλέον είχε φέρει τη χώρα στο σημείο να μην μπορεί να ζήσει με ιδίους πόρους ούτε για μικρό χρονικό διάστημα. Αυτή ήταν η απλή αλήθεια των δεδομένων. Και η πραγματικότητα το απέδειξε. Η ίδια αυτή κυβέρνηση σύρθηκε με σκυμμένο κεφάλι και υπέγραψε το αυτονόητο: την αποτροπή του αυτοχειριασμού της πατρίδας.

Πώς ερμηνεύεται το Όχι του δημοψηφίσματος; Με δύο τροπους (κατά βάση, μεταξύ άλλων). Ο πρώτος είναι αυτός της κυβέρνησης: Το «όχι» δεν σήμαινε άρνηση της ευρωπαϊκής οικονομικής βοήθειας και του μνημονίου, αλλά ήταν απλά ένα διαπραγματευτικό όπλο. Ο δεύτερος είναι ο τρόπος της ολοκληρωτικής ρήξης: το «όχι» ήταν έκφραση βούλησης για έξοδό μας από την ΕΕ και το ευρώ.

Ο χρόνος και τα πράγματα μάς έδειξαν ποιος από τους παραπάνω δύο τρόπους ερμηνείας είναι ο σωστός. Αυτός της κυβέρνησης προφανώς (το απέδειξε ο λαός που την ξαναψήφισε – αν η πλειοψηφία των «όχηδων» ήθελε έξοδο από το ευρώ, δεν θα ξαναψήφιζε την κυβέρνηση που μας κράτησε μέσα σ’ αυτό με μια νέα, επαχθέστερη συμφωνία, έτσι δεν είναι;). Ανεξάρτητα όμως από το ποιά ερμηνεία ισχύει, το «όχι» αποτελεί δείγμα ακρισίας απ’ όποια ερμηνευτική οδό κι αν το αντιμετωπίσει κανείς.

Με την πρώτη ερμηνεία: δεν έβλεπε τάχα ο Έλληνας πως δεν μπορείς να διαπραγματευτείς με τον χρόνο; Όταν δεν διαθέτεις τα απολύτως αναγκαία και ο χρόνος κυλά, πώς να διαπραγματευτείς; Ένα «όχι» (εντός ευρώ όμως) θα σήμαινε αργότερα νέο μνημόνιο με πιο επώδυνα μέτρα (όπως και έγινε), δεν το έβλεπαν αυτό οι τότε «οργισμένοι» (και παλιότερα «αγανακτισμένοι»), που ήθελαν τάχα να διαπραγματευτούν; Δεν το έβλεπαν βέβαια. Όποιος παρασύρεται από το θυμικό, δεν βλέπει καθαρά. Και με τη δεύτερη ερμηνεία: να βγούμε από το ευρώ για να πορευτούμε πώς; Σάμπως με τα ταμεία άδεια και την ανάγκη για εισαγωγές στο μάξιμουμ, δεν θα στερούνταν σε λίγους μήνες των στοιχειωδών μέσων διαβίωσης οι γονείς και τα παιδιά μας; Δεν το έβλεπαν αυτό οι «ηρωικοί» όχηδες; Δεν το έβλεπαν ασφαλώς…

Το «όχι» του δημοψηφίσματος, όπως και να το εκλάβει κανείς, ήταν ο θρίαμβος της νεοελληνικής ακρισίας, ο θρίαμβος της κατίσχυσης του θυμικού καταπάνω στη λογική της σκληρής (και άδικης σίγουρα) πραγματικότητας. Είναι δικαιολογημένο να αντιτάσσεις την οργή και την αγανάκτισή σου απέναντι στη σκληρότητα και το άδικο, αλλά είναι δείγμα ακρισίας να αφήνεις την οργή να καθοδηγεί την απόφαση και την πράξη σου. Και με εκδηλώσεις ακρισίας δεν καταπολεπάται ούτε η σκληρότητα ούτε η αδικία. Με την ακρισία χτυπάς απλώς το κεφάλι σου στον τοίχο, μέχρι να σπάσει (το κεφάλι σου, όχι ο τοίχος…).

Ο ελληνικός λαός προσέφερε τον Ιούλιο του 2015 άλλο ένα δείγμα της ακρισίας του για να το μελετούν στο μέλλον οι ιστορικοί και οι διανοούμενοι. Και πώς θα μπορούσε να ήταν αλλιώς; Ο Χρήστος Γιανναράς, επιφανής διανοούμενος κι αυτός, επί δεκαετίες ολόκληρες έχει αναδείξει και στιγματίσει τη συλλογική μας ακρισία. Πώς θα μπορούσε αίφνης η πλειοψηφία του ελληνικού λαού να πράξει τάχα αλλιώς;

Αν το καλοσκεφτείτε λοιπόν, «έκπληξη» δεν ήταν το «όχι» του δημοψηφίσματος. Έκπληξη ήταν το 38% του «ναι». Έκπληξη ήταν εκείνοι οι «άλλοι» Έλληνες, που έβλεπαν τις αντιπαθείς τηλεπερσόνες να προπαγανδίζουν εμετικά το «ναι», έβλεπαν το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα να συντάσσεται στο «ναι», αλλά δεν λύγισαν από την οργή και τη σιχασιά τους, δεν συγκατένευσαν στο θυμικό τους –«στάχτη να γίνουν!»– και αναγνώρισαν με μάτι καθαρό πως η αλήθεια δεν παύει να είναι αλήθεια, ακόμα κι όταν προφέρεται από χείλη ρυπαρά.

Έκπληξη ήταν οι «ναίδες» γι’ αυτό κι αποτελούν μειοψηφία στην Ελλάδα της ακρισίας, κ. Γιανναρά.

Μειοψηφία, κ. Γιανναρά, όπως εκείνα τα παιδιά στο πλάι των προσφύγων στην προκυμαία του Πειραιά…

Posted in Εκεί που 'ναι κι οι άλλοι… | Leave a comment

Σήκω ψυχή μου…

Ίσως η καλύτερη (μετά-Μπέλλου) εκτέλεση…

Posted in Play it again Sam… | Leave a comment

Απρόσμενη έκπληξη!

Layout 1Απρόσμενη έκπληξη οι “Ιστορίες του Χαλ” (Εκδ. Κίχλη).

Ιδιαίτερα χαρισματικό το γράψιμο του Γιώργου Μητά. Πολύτιμες ισορροπίες: τρυφερότητα, δίχως γλυκερούς λυρισμούς˙ εσωτερικότητα, χωρίς ψυχαναγκαστικές αυτοαναφορικότητες˙ ουσιώδεις περιγραφές, χωρίς αχρείαστες φλυαρίες ή περιττά ψιμύθια.

Είναι αξιοσημείωτο πόσο αμείωτο κρατιέται το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μολονότι η πλοκή δεν είναι ιλιγγιώδης˙ πράγμα που σημαίνει πως ο συγγραφέας ξέρει να οικονομεί το υλικό του.

Τρεις ξεχωριστές ιστορίες, που διεισδύουν ανεπαίσθητα η μία μέσα στην άλλη. 140 σελίδες μεστές, ουσιαστικές, χωρίς στυλιστικές “ευκολίες”, χωρίς λογοτεχνίστικες επιτηδεύσεις. Δεν περισσεύει κάτι. Δεν μοιάζει να λείπει τίποτα.

Ο δημιουργός δείχνει σίγουρος για τον εαυτό του, χωρίς να κομπάζει για τη σιγουριά του. Δεν διεκδικεί κάποια πόζα. Δεν παλεύει να αποδείξει κάτι κι αυτό δίνει απλότητα και ηρεμία στη γραφή του. Όπου κάνει χρήση των κλισέ, το κάνει δίχως κόμπλεξ. Όπου πρωτοτυπεί, το κάνει δίχως ακκισμούς.

Βρήκα δε το τέλος του δεξιοτεχνικό! Το λιτό, προσγειωμένο έργο, απογειώνεται με μια απροσδόκητη λεπτή εκτίναξη στο μυστήριο, στο αντιλογικό!

Χαίρομαι που ο συγγραφέας είναι πενηντάρης! Γιατί αυτό σημαίνει πως, κατά πάσα πιθανότητα, διαθέτει την ωριμότητα να μείνει αλώβητος από την επιτυχία του πρώτου του έργου, και το κουράγιο να μη δειλιάσει μπροστά στον πήχη που ο ίδιος έθεσε.

Posted in Περιτεχνολόγιο… | Leave a comment

Γυμνά κορμιά στην πλατεία Κλαυθμώνος!

stills 1Η είδηση λέει ότι η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση υποχρεώθηκε να διακόψει την προβολή του έργου με τον τίτλο «Stills» του Kris Verdonck, στη συμβολή των οδών Παρνασσού και Παπαρρηγοπούλου (πλατεία Κλαυθμώνος), κατόπιν καταγγελιών επί του περιεχομένου αυτού. Η γιγαντιαία βιντεοεγκατάσταση έδειχνε ολόγυμνα αντρικά και γυναικεία κορμιά, κατάστικτα από τατουάζ (και piercing ενίοτε), να επιδίδονται σ’ έναν έμπονο, μοναξιασμένο αγώνα να οικονομήσουν την ταλαιπωρημένη σωματικότητά τους (άλλοτε παχύσαρκη, άλλοτε σαν στανικά εκγυμνασμένη, μα πάντα βεβαρυμένη από μια μελαγχολική χοϊκότητα) σε ένα νοητό εγκιβωτισμό, που οριοθετούνταν συμβολικά από τους αστικούς τοίχους του εγκαταλελειμμένου πάρκιγκ στη συμβολή των δύο οδών. Κάπως έτσι “διάβασα” εγώ το έργο και ως τέτοιο, μου φάνηκε ιδιαιτέρως ευφυές (ως ατμόσφαιρα), με εύστοχο συμβολισμό και όμορφη αισθητική.

Όμως το θέμα βρίσκεται αλλού. Ας το θέσω χονδροειδώς: δικαιούται η Στέγη να γκρινιάζει που της απαγόρευσαν την βιντεοεγκατάσταση στον δημόσιο χώρο ή όχι; Από όλα τα ΜΜΕ θα ακούσει κανείς οιμωγές για τον συλλογικό συντηρητισμό μας και για τη δυσανεξία του δημόσιου χώρου μας απέναντι στο καλλιτεχνικό γυμνό. Πρωτίστως βάλλεται η ελευθερία! Κάπως έτσι “στοχάζονται” τα ΜΜΕ…

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, ούτε την ελευθερία υπερασπιζόμαστε με αυτή την επιφανειακή οπτική, ούτε την αληθινή τέχνη. Διότι η μεν ελευθερία για να υπάρχει και να αποδίδει σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, οφείλει να λειτουργεί μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αξιών που την περιλαμβάνει αρμονικά, χωρίς να θυσιάζει άλλες αξίες για χατίρι της. Η δε τέχνη, η αληθινή τέχνη —κι εδώ κρίνεται το αν αναγνωρίζουμε την ιερότητά της και κατά πόσο είμαστε διατεθειμμένοι να τη διακονήσουμε— έχει τις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις της˙ κι όταν την εκθέτουμε δίχως να εγείρουμε αξιώσεις από τον αποδέκτη της, τότε απλά την εκχυδαΐζουμε (άσχετα από το αν διαθέτει γυμνό ή όχι). Ας πάρουμε τα πράγματα κάπως αναλυτικότερα.

“Σε μια συγκεκριμένη κοινωνία η ελευθερία δεν είναι η μοναδική αξία, που αξίζει να υπερασπιστούμε”, λέει κάπου ο Τσβετάν Τοντόροφ. Δεν έχει κι άδικο. Έχει μεγάλη σημασία εδώ η λέξη “συγκεκριμένη”…

Εν προκειμένω, από τη συμβολή των οδών Παρνασσού και Παπαρρηγοπούλου περνάνε πεζοί και αμάξια. Ανάμεσά τους είναι μικρά παιδιά και μουσουλμάνοι μετανάστες. Θα ήθελα παρακαλώ να ρωτήσετε έναν ψυχίατρο αν είναι καλό για την ψυχοσύνθεση ενός παιδιού, πέντε χρονών φερ’ ειπείν, να δει αίφνης τα γεννητικά όργανα του πατέρα του ή της μητέρας του ή ακόμα περισσότερο κάποιου άλλου ενηλίκου. Αυτό που θα σας πει, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, είναι ότι το θέαμα (εξαιτίας των δικών του ανατομικών παιδικών θεαμάτων) θα το σοκάρει και ίσως να το σοκάρει τραυματικά. Πόσο μάλλον που το θέαμα δεν θα λάβει χώρα τυχαία σε κάποια παραλία, την ώρα που το παιδί θα ασχολείται με χίλια δυο άλλα πράγματα και κυρίως με το παιχνίδι του, αλλά στην υποβλητική γιγάντια επιφάνεια ενός σκοτεινού τοίχου, στο κέντρο της πόλης. Δηλαδή, γιατί η ελευθερία της τέχνης (στη δημοσιότητα ενός αστικού τοίχου) είναι μια αξία που θα πρέπει να προστατέψουμε περισσότερο από τον σεβασμό μας απέναντι σε κείνους τους ευάλωτους ανάμεσά μας ψυχισμούς˙ ή απέναντι σε κείνους του γονείς, που η αίσθηση της γονεϊκής τους υπευθυνότητας τούς επιβάλλει να μην υποβάλλουν τα παιδιά τους σε τέτοια θεάματα;

Και επιπλέον: από το ίδιο κεντρικό σημείο της πλατείας Κλαυθμώνος περνούν πλήθος μουσουλμάνοι μετανάστες (λαθραίοι ή όχι, αδιάφορο). Για τη δική τους συνείδηση, όπως διαμορφώνεται από τη θρησκευτική τους πίστη, το εν λόγω θέαμα της βιντεοεγκατάστασης συνιστά πλήγμα και μάλιστα βίαιο, εν τινι μέτρω. Στη ροή της καθημερινότητάς τους, εισβάλλει αίφνης ένα θέαμα γυμνότητας (χυδαίας ή μη δεν έχει σημασία — εν προκειμένω, καθόλου χυδαίας, κατά τη γνώμη μου), στο οποίο οι ίδιοι δεν θα ήθελαν ποτέ να νιώσουν εκτεθειμένο τον εαυτό τους. Με ποιο δικαίωμα και στο όνομα ποιας ελευθερίας δικαιούται κάποιος να παραβιάζει τις συνειδήσεις των περαστικών μουσουλμάνων; [Αντιλαμβάνεστε ασφαλώς γιατί επικαλούμαι τους μουσουλμάνους και όχι εμάς τους χριστιανούς και τις δικές μας συνειδήσεις… Διότι πολύ απλά για την ευρύτερη ελληνική κοινωνία, εμείς οι χριστιανοί είμαστε ανυπόληπτοι, πολίτες δεύτερης διαλογής, οι δικές μας συνειδήσεις δεν είναι άξιες σεβασμού, καθότι εμφορούνται a priori από εγγενή πουριτανισμό (πράγμα όχι ολωσδιόλου άτοπο αν αναλογιστεί κανείς τον Πειραιώς Σεραφείμ) και κατά τούτο δεν αξίζουμε παρά τη χλεύη και την ειρωνία. Κάπως έτσι σκέφτεται τους χριστιανούς ο μέσος Έλληνας πολίτης και κυρίως τα ΜΜΕ].

Οι νόμοι που διέπουν τον δημόσιο χώρο υπάρχουν για να ισορροπούν αυτές τις αξίες (την ελευθερία, τον αλληλοσεβασμό κλπ), λαμβάνοντας ως γνώμωνα όχι μονάχα την κοινή συνισταμένη της βούλησης μιας εικαζόμενης πλειοψηφίας, αλλά κυρίως τις ανάγκες και τις αδυναμίες των ασθενεστέρων. Έτσι λειτουργούμε στις πολιτισμένες δυτικές κοινωνίες. Και είναι αυτή η λογική που διέπει τις νομικές οριοθετήσεις της περίφημης “δημοσίας αιδούς”, όχι η κοντόθωρη ηθικιστική οπτική ενός νοητού τάχα ιερατείου-τιμητή, όπως θα ήθελαν ενδεχομένως να νομίζουν κάποιοι, για να τροφοδοτούν τις δικές τους ιδεολογικές προκαταλήψεις.

Θα ίσχυε η ίδια αξίωση σεβασμού του μουσουλμάνου ή του χριστιανού (ή του πεντάχρονου παιδιού) στην περίπτωση έκθεσης της βιντεοεγκατάστασης σε κάποια αίθουσα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών; Θα δικαιούνταν κανείς να εγκαλέσει τη Στέγη για κάτι τέτοιο; Όχι, τουλάχιστον όχι κατά τη γνώμη μου. Διότι σε μια αίθουσα της Στέγης η τέχνη θα διέθετε αυτό που κάθε τέχνη οφείλει, νομίζω, να έχει: προϋποθέσεις! Θα έπρεπε να βγεις από τον δημόσιο χώρο της συμβολής κάποιων οδών (εκεί απ’ όπου περνάς τυχαία) και να κατευθυνθείς οικειοθελώς και αποφασιστικά σ’ έναν άλλο χώρο, έχοντας εκ των προτέρων αποδεχθεί πως θα πληρώσεις εισιτήριο, ή (ακόμα κι αν δεν πληρώσεις) θα αφιερώσεις στοιχειωδώς χρόνο και θα δαπανήσεις την όποια περισυλλογή δύνασαι. Σε κάθε περίπτωση, θα αναλάβεις την ευθύνη να συναντηθείς με τον καλλιτέχνη! Η σύμβαση και μόνο αυτής της σχέσης δημιουργού-αποδέκτη της τέχνης, αλλάζει ολόκληρο το πλαίσιο της σκέψης μας και το επανατοποθετεί σε άλλη βάση: εδώ πλέον η ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης έχει τον πρώτιστο λόγο και καθετί που τείνει να την υποτιμά, δικαιούται την περιφρόνησή μας.

Η Στέγη με τη δήλωσή της —“Λυπόμαστε που, 12 χρόνια μετά το Outlook, συζητάμε ακόμη αν είναι προσβλητικό το γυμνό σε ένα σύγχρονο έργο τέχνης. Ας αναλογιστεί ο καθένας μας τι είναι χυδαίο”— το μόνο που καταφέρνει είναι να “πετάει την μπάλα στην εξέδρα”. Δεν είναι συγκρίσιμα μεγέθη ο κλειστός χώρος έκθεσης του Outlook και ο δημόσιος χώρος έκθεσης της εν λόγω βιντεοεγκατάστασης. Και το διακύβευμα δεν είναι το τι συνιστά χυδαιότητα ή μη στην τέχνη. [Για όνομα του Θεού! Ποιός βραδύνους συντάσσει τα δελτία τύπου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών!]

Οι κοινωνίες που θέλουν να λέγονται πολιτισμένες, αναστοχάζονται με σοβαρότητα τον κοινό τους βίο, διαβουλεύονται εποικοδομητικά και λεπτολογούν τα διακυβεύματά του. Πάνω απ’ όλα, ασκούνται στην αρετή της διάκρισης…

Posted in Εκεί που 'ναι κι οι άλλοι… | Leave a comment

Όχι, δεν γίνεται!

Screen Shot 2015-03-31 at 10.16.42 AM

Το κοριτσάκι από τη Συρία που μπέρδεψε την κάμερα με όπλο και «παραδόθηκε»…

Όχι, δεν γίνεται, δεν γίνεται να μπορούμε να συνεχίζουμε τη ζωή μετά από αυτό το βλέμμα. Δεν γίνεται να μπορείς να κοιμηθείς, να μπορείς να ανασάνεις. Δεν γίνεται…

Δεν γίνεται, Θεέ μου, σ’ αυτό τον κόσμο που έφτιαξες Εσύ, να μη λιώνει η φωτογραφική μηχανή, μπροστά σε ένα τέτοιο βλέμμα. Δεν γίνεται να μην ξασπρίζει ολότελα το μάτι του φωτογράφου, να μην τυφλώνεται για πάντα. Δεν γίνεται να βλέπω εγώ αυτή την εικόνα και να μην καίγονται τα δικά μου τα μάτια. Δεν γίνεται να σπάμε έτσι μέσα μας κι ο κόσμος να μένει ίδιος. Δεν γίνεται…

Δεν γίνεται να μην μπορώ να καταθέσω κάπου την ανθρώπινη ταυτότητά μου — δεν τη θέλω, γιατί να την έχω; Όταν υπάρχει αυτό το βλέμμα —είναι η κόρη μου σ’ αυτά τα μάτια, τ’ ακούς;… η κόρη μου!— όταν υπάρχει αυτός ο τρόμος σε μια παιδική ψυχή, δεν γίνεται να θέλουμε να παραμένουμε άνθρωποι…

Κι Εσύ, πώς τ’ αντέχεις όλα αυτά; Αν κομματιάζομαι εγώ και δεν με χωρά ο τόπος, τη δική Σου οδύνη ποιο σύμπαν μπορεί να τη χωρέσει; Ήξερες τάχα τι πληγή θα κατάφερνε στην άπειρη ευσπλαχνία Σου, εκείνο το δώρο της ελευθερίας που θέλησες για μας;

Δεν τη θέλουμε την ελευθερία άλλο. Δεν γίνεται να ζούμε πλέον μ’ αυτή. Όχι μετά απ’ αυτό το βλέμμα… Πάρτην και κάντη στάχτη. Κάνε κι εμάς στάχτη. Δεν αξίζουμε. Ποτέ δεν αξίζαμε…

Posted in Εσώ-λογοι | 1 Comment