Εμείς οι θνητοί, εμείς οι φτωχοί…

%cf%87%ce%ad%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%b4%ce%b5%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%acΤον Αύγουστο διάβασα, μεταξύ άλλων, το βιβλίο του Ατούλ Γκαουάντε, Εμείς οι θνητοί (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Ο Ατούλ Γκαουάντε είναι καθηγητής στην ιατρική σχολή του Χάρβαρντ. Με το βιβλίο του αυτό καταθέτει έναν ενδιαφέροντα αυτοκριτικό στοχασμό γύρω από το πώς αντιμετωπίζει τον θάνατο και το θνήσκειν η σύγχρονη ιατρική επιστήμη και κατ’ επέκταση ο πολιτισμός μας. Κατά τη γνώμη του συγγραφέα, ο δυτικός κόσμος πρέπει να πάψει να βλέπει τον θάνατο κι ό,τι αμέσως προηγείται αυτού, ως μια ασθένεια που πρέπει να γιατρευτεί –η μάχη είναι χαμένη εκ προοιμίου– και να τον αντιμετωπίσει ως αυτό που είναι: ένα στάδιο της ζωής (το τελευταίο) με τις δικές του συνθήκες, απαιτήσεις και προϋποθέσεις.

Το βιβλίο είναι αρκετά καλό. Δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη γηριατρική, τη φροντίδα ασθενών τελικού σταδίου, κι η γραφή του είναι ρέουσα, διανθισμένη με δεκάδες παραδείγματα και ιατρικές περιπτώσεις. Οι  σκέψεις του συγγραφέα εκπέμπουν μια γήινη ανθρωπιά, δίχως περιττές εξάρσεις και υπερβολές. Ο προβληματισμός γύρω από την ευθανασία δεν υπάρχει στο βιβλίο ρητά, αλλά γεννιέται αθέλητα στο μυαλό του αναγνώστη (τουλάχιστον ως προς την παθητική εκδοχή της). Εντούτοις, ο συγγραφέας δεν εκτρέπεται προς την ευκολία της λεγόμενης “ενεργητικής ευθανασίας” (δεν μιλά καθόλου γι’ αυτή, θετικά ή αρνητικά), αλλά αντίθετα υποσκάπτει μάλλον υπόρρητα (και ακούσια εικάζω) τις προϋποθέσεις της, αφού με όσα γράφει μοιάζει να αμφισβητεί το βασικό αφήγημά της: πως “αξιοπρεπής” είναι εκείνος ο άνθρωπος που είναι υγιής και δυνατός.

Κι εντούτοις, έκλεισα το βιβλίο με μια αίσθηση μελαγχολίας. Όχι αόριστης. Ήξερα πολύ καλά τι ήταν αυτό που με μελαγχολούσε – και δεν ήταν τα άπειρα παραδείγματα θανάτων, βασανιστικών ασθενειών, αποτυχημένων επεμβάσεων κοκ. Άλλο πράγμα με πλάκωνε.

Ο Ατούλ Γκαουάντε μοιάζει άνθρωπος ιδιαίτερα ευφυής και καλλιεργημένος. Κι επιπλέον, είναι καθηγητής στο Χάρβαρντ, στο καλύτερο ίσως πανεπιστήμιο του κόσμου. Δεν γράφει φιλοσοφία –ζει τάχα η φιλοσοφία στον δυτικό κόσμο;– αλλά καταπιάνεται με ένα κατ’ εξοχήν φιλοσοφικό θέμα από τη σκοπιά εκείνου του ανθρώπου, που είναι ζυμωμένος όχι τόσο με τη θεωρία, όσο με τις εμπράγματες συνθήκες του καθημέραν βίου. Δεν κάνει θεωρία της επιστήμης ή του τεχνολογικού πολιτισμού, αλλά μιλά με την εμπειρία της εφαρμογής τους στη ζωή του σημερινού ανθρώπου. Με βάση όλα αυτά, το βιβλίο του Γκαουάντε είναι μια άριστη ευκαιρία κατόπτευσης του εσωτερικού χώρου του δυτικού πολιτισμού – αν δεν μπορεί να σου προσφέρει μια τέτοια κατόπτευση στον δυτικό πολιτισμό ένα πολύ δυνατό μυαλό, που ζει και εργάζεται σ’ ένα πολύ δυνατό πανεπιστήμιο και γράφει για ένα τόσο δυνατό θέμα, τότε ποιος ή τι μπορεί να σου την προσφέρει; Και κλείνεις το βιβλίο στην τελευταία του σελίδα, με μια βαθιά μελαγχολία: πόσο φτωχός είναι τελικά στις εσωτερικές του περιοχές ο δυτικός πολιτισμός! Πόσο χαμηλωμένο το ταβάνι του, πόσο λίγο το νερό που προσφέρει στην βαθύτερη δίψα του ανθρώπου! Δηλαδή, αυτά είναι όλα κι όλα όσα μπορεί να πει ο σύγχρονος άνθρωπος (στην καλύτερη, την πιο “σοφιστικέ” εκδοχή του) για τον θάνατο;

Δεν είμαι απ’ αυτούς που “σνομπάρουν” τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό. Αντίθετα, βλέπω με ιδιαίτερο σκεπτικισμό και καχυποψία κάθε νοσταλγία του παρελθόντος. Αλλά δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει πως από τότε που ο δυτικός άνθρωπος εξόρισε κάθε μεταφυσική από τον στοχασμό του, η ζωή του φτώχυνε σε νοήματα, η φιλοσοφία του στέρεψε, ο ορίζοντάς του έγινε πιο στενός και το ταβάνι της ύπαρξης χαμήλωσε από πάνω του. Είπα παραπάνω πως, διαβάζοντας τον Γκαουάντε, νιώθεις μια γήινη ανθρωπιά διάχυτη στις σελίδες του βιβλίου. Κι εντούτοις, δεν μπορεί συνάμα να μην αναγνωρίσει κανείς πως αυτή η ανθρωπιά είναι πολύ μοναξιασμένη, πολύ σκυφτή, πολύ αποστραγγισμένη. Είναι ψηλαφητό αυτό το έλλειμμα – όχι στη εξωτερική επιφάνεια του βιβλίου, αλλά στον καμβά του, στις ανομολόγητες προϋποθέσεις του, σ’ αυτό που διαφαίνεται πίσω από τα λόγια. Αν πάρει κανείς να διαβάσει τα καλύτερα γραπτά μνημεία από εκείνες τις εποχές που οι άνθρωποι χωρούσαν στον στοχασμό τους τη μεταφυσική, θα διαπιστώσει πως η ανθρωπιά τους ήταν πιο πλατιά, πιο ευρύχωρη και λιγότερο μόνη. Ο θάνατος δεν ήταν το αδιέξοδο όριό της και δεν τη στοίχειωνε το μηδέν. Αν δεν υπάρχει κάτι “εκεί έξω”, που να μπορεί να δώσει νόημα, σκοπό και πλούτο σ’ αυτή την αδυσώπητη ενθαδικότητα, τότε ναι, το νόημα όλο κι όλο με το οποίο μπορεί ο άνθρωπος να προικίσει τα στερνά της ζωής του, ενδέχεται να είναι απλώς η απόλαυση μιας σοκολάτας ή ένας αγώνας μπέιζμπωλ…

Σήμερα ζούμε καλύτερα (αν αυτό σημαίνει πιο πλούσια) από κάθε άλλη εποχή. Πεθαίνουμε όμως πιο φτωχοί. Είναι μάλλον κοινότοπη αυτή η σκέψη. Αλλά η διαπίστωση της κοινοτοπίας της, δεν μειώνει δυστυχώς σε τίποτα τη μελαγχολία που σου γεννά…

Advertisements
This entry was posted in Εκεί που 'ναι κι οι άλλοι…, Περιτεχνολόγιο…. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s