Γυμνά κορμιά στην πλατεία Κλαυθμώνος!

stills 1Η είδηση λέει ότι η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση υποχρεώθηκε να διακόψει την προβολή του έργου με τον τίτλο «Stills» του Kris Verdonck, στη συμβολή των οδών Παρνασσού και Παπαρρηγοπούλου (πλατεία Κλαυθμώνος), κατόπιν καταγγελιών επί του περιεχομένου αυτού. Η γιγαντιαία βιντεοεγκατάσταση έδειχνε ολόγυμνα αντρικά και γυναικεία κορμιά, κατάστικτα από τατουάζ (και piercing ενίοτε), να επιδίδονται σ’ έναν έμπονο, μοναξιασμένο αγώνα να οικονομήσουν την ταλαιπωρημένη σωματικότητά τους (άλλοτε παχύσαρκη, άλλοτε σαν στανικά εκγυμνασμένη, μα πάντα βεβαρυμένη από μια μελαγχολική χοϊκότητα) σε ένα νοητό εγκιβωτισμό, που οριοθετούνταν συμβολικά από τους αστικούς τοίχους του εγκαταλελειμμένου πάρκιγκ στη συμβολή των δύο οδών. Κάπως έτσι “διάβασα” εγώ το έργο και ως τέτοιο, μου φάνηκε ιδιαιτέρως ευφυές (ως ατμόσφαιρα), με εύστοχο συμβολισμό και όμορφη αισθητική.

Όμως το θέμα βρίσκεται αλλού. Ας το θέσω χονδροειδώς: δικαιούται η Στέγη να γκρινιάζει που της απαγόρευσαν την βιντεοεγκατάσταση στον δημόσιο χώρο ή όχι; Από όλα τα ΜΜΕ θα ακούσει κανείς οιμωγές για τον συλλογικό συντηρητισμό μας και για τη δυσανεξία του δημόσιου χώρου μας απέναντι στο καλλιτεχνικό γυμνό. Πρωτίστως βάλλεται η ελευθερία! Κάπως έτσι “στοχάζονται” τα ΜΜΕ…

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, ούτε την ελευθερία υπερασπιζόμαστε με αυτή την επιφανειακή οπτική, ούτε την αληθινή τέχνη. Διότι η μεν ελευθερία για να υπάρχει και να αποδίδει σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, οφείλει να λειτουργεί μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αξιών που την περιλαμβάνει αρμονικά, χωρίς να θυσιάζει άλλες αξίες για χατίρι της. Η δε τέχνη, η αληθινή τέχνη —κι εδώ κρίνεται το αν αναγνωρίζουμε την ιερότητά της και κατά πόσο είμαστε διατεθειμμένοι να τη διακονήσουμε— έχει τις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις της˙ κι όταν την εκθέτουμε δίχως να εγείρουμε αξιώσεις από τον αποδέκτη της, τότε απλά την εκχυδαΐζουμε (άσχετα από το αν διαθέτει γυμνό ή όχι). Ας πάρουμε τα πράγματα κάπως αναλυτικότερα.

“Σε μια συγκεκριμένη κοινωνία η ελευθερία δεν είναι η μοναδική αξία, που αξίζει να υπερασπιστούμε”, λέει κάπου ο Τσβετάν Τοντόροφ. Δεν έχει κι άδικο. Έχει μεγάλη σημασία εδώ η λέξη “συγκεκριμένη”…

Εν προκειμένω, από τη συμβολή των οδών Παρνασσού και Παπαρρηγοπούλου περνάνε πεζοί και αμάξια. Ανάμεσά τους είναι μικρά παιδιά και μουσουλμάνοι μετανάστες. Θα ήθελα παρακαλώ να ρωτήσετε έναν ψυχίατρο αν είναι καλό για την ψυχοσύνθεση ενός παιδιού, πέντε χρονών φερ’ ειπείν, να δει αίφνης τα γεννητικά όργανα του πατέρα του ή της μητέρας του ή ακόμα περισσότερο κάποιου άλλου ενηλίκου. Αυτό που θα σας πει, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, είναι ότι το θέαμα (εξαιτίας των δικών του ανατομικών παιδικών θεαμάτων) θα το σοκάρει και ίσως να το σοκάρει τραυματικά. Πόσο μάλλον που το θέαμα δεν θα λάβει χώρα τυχαία σε κάποια παραλία, την ώρα που το παιδί θα ασχολείται με χίλια δυο άλλα πράγματα και κυρίως με το παιχνίδι του, αλλά στην υποβλητική γιγάντια επιφάνεια ενός σκοτεινού τοίχου, στο κέντρο της πόλης. Δηλαδή, γιατί η ελευθερία της τέχνης (στη δημοσιότητα ενός αστικού τοίχου) είναι μια αξία που θα πρέπει να προστατέψουμε περισσότερο από τον σεβασμό μας απέναντι σε κείνους τους ευάλωτους ανάμεσά μας ψυχισμούς˙ ή απέναντι σε κείνους του γονείς, που η αίσθηση της γονεϊκής τους υπευθυνότητας τούς επιβάλλει να μην υποβάλλουν τα παιδιά τους σε τέτοια θεάματα;

Και επιπλέον: από το ίδιο κεντρικό σημείο της πλατείας Κλαυθμώνος περνούν πλήθος μουσουλμάνοι μετανάστες (λαθραίοι ή όχι, αδιάφορο). Για τη δική τους συνείδηση, όπως διαμορφώνεται από τη θρησκευτική τους πίστη, το εν λόγω θέαμα της βιντεοεγκατάστασης συνιστά πλήγμα και μάλιστα βίαιο, εν τινι μέτρω. Στη ροή της καθημερινότητάς τους, εισβάλλει αίφνης ένα θέαμα γυμνότητας (χυδαίας ή μη δεν έχει σημασία — εν προκειμένω, καθόλου χυδαίας, κατά τη γνώμη μου), στο οποίο οι ίδιοι δεν θα ήθελαν ποτέ να νιώσουν εκτεθειμένο τον εαυτό τους. Με ποιο δικαίωμα και στο όνομα ποιας ελευθερίας δικαιούται κάποιος να παραβιάζει τις συνειδήσεις των περαστικών μουσουλμάνων; [Αντιλαμβάνεστε ασφαλώς γιατί επικαλούμαι τους μουσουλμάνους και όχι εμάς τους χριστιανούς και τις δικές μας συνειδήσεις… Διότι πολύ απλά για την ευρύτερη ελληνική κοινωνία, εμείς οι χριστιανοί είμαστε ανυπόληπτοι, πολίτες δεύτερης διαλογής, οι δικές μας συνειδήσεις δεν είναι άξιες σεβασμού, καθότι εμφορούνται a priori από εγγενή πουριτανισμό (πράγμα όχι ολωσδιόλου άτοπο αν αναλογιστεί κανείς τον Πειραιώς Σεραφείμ) και κατά τούτο δεν αξίζουμε παρά τη χλεύη και την ειρωνία. Κάπως έτσι σκέφτεται τους χριστιανούς ο μέσος Έλληνας πολίτης και κυρίως τα ΜΜΕ].

Οι νόμοι που διέπουν τον δημόσιο χώρο υπάρχουν για να ισορροπούν αυτές τις αξίες (την ελευθερία, τον αλληλοσεβασμό κλπ), λαμβάνοντας ως γνώμωνα όχι μονάχα την κοινή συνισταμένη της βούλησης μιας εικαζόμενης πλειοψηφίας, αλλά κυρίως τις ανάγκες και τις αδυναμίες των ασθενεστέρων. Έτσι λειτουργούμε στις πολιτισμένες δυτικές κοινωνίες. Και είναι αυτή η λογική που διέπει τις νομικές οριοθετήσεις της περίφημης “δημοσίας αιδούς”, όχι η κοντόθωρη ηθικιστική οπτική ενός νοητού τάχα ιερατείου-τιμητή, όπως θα ήθελαν ενδεχομένως να νομίζουν κάποιοι, για να τροφοδοτούν τις δικές τους ιδεολογικές προκαταλήψεις.

Θα ίσχυε η ίδια αξίωση σεβασμού του μουσουλμάνου ή του χριστιανού (ή του πεντάχρονου παιδιού) στην περίπτωση έκθεσης της βιντεοεγκατάστασης σε κάποια αίθουσα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών; Θα δικαιούνταν κανείς να εγκαλέσει τη Στέγη για κάτι τέτοιο; Όχι, τουλάχιστον όχι κατά τη γνώμη μου. Διότι σε μια αίθουσα της Στέγης η τέχνη θα διέθετε αυτό που κάθε τέχνη οφείλει, νομίζω, να έχει: προϋποθέσεις! Θα έπρεπε να βγεις από τον δημόσιο χώρο της συμβολής κάποιων οδών (εκεί απ’ όπου περνάς τυχαία) και να κατευθυνθείς οικειοθελώς και αποφασιστικά σ’ έναν άλλο χώρο, έχοντας εκ των προτέρων αποδεχθεί πως θα πληρώσεις εισιτήριο, ή (ακόμα κι αν δεν πληρώσεις) θα αφιερώσεις στοιχειωδώς χρόνο και θα δαπανήσεις την όποια περισυλλογή δύνασαι. Σε κάθε περίπτωση, θα αναλάβεις την ευθύνη να συναντηθείς με τον καλλιτέχνη! Η σύμβαση και μόνο αυτής της σχέσης δημιουργού-αποδέκτη της τέχνης, αλλάζει ολόκληρο το πλαίσιο της σκέψης μας και το επανατοποθετεί σε άλλη βάση: εδώ πλέον η ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης έχει τον πρώτιστο λόγο και καθετί που τείνει να την υποτιμά, δικαιούται την περιφρόνησή μας.

Η Στέγη με τη δήλωσή της —“Λυπόμαστε που, 12 χρόνια μετά το Outlook, συζητάμε ακόμη αν είναι προσβλητικό το γυμνό σε ένα σύγχρονο έργο τέχνης. Ας αναλογιστεί ο καθένας μας τι είναι χυδαίο”— το μόνο που καταφέρνει είναι να “πετάει την μπάλα στην εξέδρα”. Δεν είναι συγκρίσιμα μεγέθη ο κλειστός χώρος έκθεσης του Outlook και ο δημόσιος χώρος έκθεσης της εν λόγω βιντεοεγκατάστασης. Και το διακύβευμα δεν είναι το τι συνιστά χυδαιότητα ή μη στην τέχνη. [Για όνομα του Θεού! Ποιός βραδύνους συντάσσει τα δελτία τύπου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών!]

Οι κοινωνίες που θέλουν να λέγονται πολιτισμένες, αναστοχάζονται με σοβαρότητα τον κοινό τους βίο, διαβουλεύονται εποικοδομητικά και λεπτολογούν τα διακυβεύματά του. Πάνω απ’ όλα, ασκούνται στην αρετή της διάκρισης…

Advertisements
This entry was posted in Εκεί που 'ναι κι οι άλλοι…. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s