Το παρελθόν δεν επιστρέφει…

simonopetraΕίχα έντεκα χρόνια να πάω στη Σιμωνόπετρα. Αβυσσαλέο χρονικό διάστημα, αν υπολογίσει κανείς πως σ’ αυτό το αγιορείτικο μοναστήρι πέρασα μεγάλο (ποιοτικά) κομμάτι της νεότητάς μου…

Στη Σιμωνόπετρα πρωτοπήγα το 1987. Από τότε μέχρι το ’93 πήγαινα κάθε καλοκαίρι. Από το ’93 μέχρι το ’98 πήγαινα δύο και τρεις φορές τον χρόνο — άλλοτε μόνος, άλλοτε με φίλους, με παρέες ποικίλων συνθέσεων. Από το ‘98 και μετά οι επισκέψεις μου αραίωσαν. Πήγα στρατό για δυο χρόνια, απομακρύνθηκα κάπως. Έπειτα παντρεύτηκα. Επισκέφτηκα τη Σιμωνόπετρα το 2003 κι από τότε σιγή…

Ένα πολύτιμο κομμάτι του εαυτού μου είναι αφημένο σ’ αυτό το μοναστήρι. Πολύ συχνά συλλαμβάνω τον εαυτό μου, στον ύπνο και στον ξύπνιο μου, να περιδιαβαίνει ονειρικά, σα φάντασμα, τα μπαλκόνια της Σιμωνόπετρας, την αυλή της, τον ναό, τους εξώστες, το παλιό αρχονταρίκι, τη βιβλιοθήκη, το ξυλουργείο, το συνοδικό, το σπήλαιο του Αγίου Σίμωνα, το κοιμητήρι, ακόμα και την ταράτσα της μονής. Έχω ζήσει πολύ βαθιές εμπειρίες σ’ όλα αυτά τα μέρη: Υπέροχες συζητήσεις με τους πατέρες, επιβλητικές συναντήσεις, σπάνιες ολονύκτιες ακολουθίες˙ βραδινό αεράκι και ορθρινό ψύχος, βαθιές καθαρές ανάσες, μυρωδιές του δάσους, σπάνιες ομιλίες, διηγήσεις, ουράνιες ψαλμωδίες, προσωπικές εξομολογήσεις, απαλούς ήχους, εύγλωττες σιωπές και γαλήνη και ησυχία, πολλή και πολύτιμη ησυχία…

Για χρόνια, όποτε πήγαινα, με ενέτασσαν στα διακονήματα της μονής: άλλοτε με έβαζαν να βοηθάω τον αρχοντάρη, άλλοτε πήγαινα για στρώσιμο της τραπεζαρίας, άλλοτε στο μαγειρείο να καθαρίζω πατάτες και φασολάκια… Μια φορά πέτυχα “παγκοινιά”: εκ θεμελίων εργασίες καθαρισμού της μονής εν όψει μιας πανήγυρης. Τι φοβερό να βλέπεις όλο το μοναστήρι ανάστατο! Μέχρι και τις πόρτες έβγαζαν απ’ τη θέση τους για να καθαρίσουν την πίσω μεριά τους και να γυαλίσουν ακόμα και τους μεντεσέδες — το αντιμετώπιζαν όλο αυτό σαν τιμή προς την αγία Μαγδαληνή, την οποία θα γιόρταζαν σε λίγες μέρες.

Κάποια άλλη φορά, έκανα Πάσχα στο μοναστήρι. Εμπειρία φερμένη από άλλο κόσμο… Ό,τι και να πω θα τη μειώσω. Τι φως και τι χαρά! Ανήμερα το Πάσχα, μας συγκέντρωσε εμάς τους νέους, ο Πορφύριος στην έξοδο του μοναστηριού, έδωσε στον καθένα μας από ένα τάλαντο και κατηφορίσαμε μέχρι το κοιμητήρι για να πούμε το Χριστός Ανέστη στους νεκρούς — 15-20 τάλαντα να χτυπάνε μαζί στην κατηφόρα και να αντηχεί όλη η πλαγιά, μέχρι κάτω τον αρσανά σ’ ένα ρυθμό εκκωφαντικό˙ εύτακτο και απόκοσμο άκουσμα, λιτό και μετρημένο, αλλά και με μια εσωτερική παραφορά έναν αλλιώτικο σάλο. Λίγο μετά ανεβήκαμε στο καμπαναριό — είναι παράδοση στη Σιμωνόπετρα, ανήμερα το Πάσχα, να ανεβαίνει στο καμπαναριό όποιος θέλει και να χτυπάει τις καμπάνες, όπως θέλει και για όσο θέλει. Κι όταν λέμε καμπάνες, δεν μιλάμε για 2-3 καμπανάκια, μα για ολόκληρο χορό, μικρές και μεγάλες καμπάνες, που άμα ξέρεις να τις χειριστείς, μπορείς να παράγεις ακουστικά θαύματα! Τι ομορφιά εκείνο το Πάσχα!

Αλλά η Σιμωνόπετρα γινόταν πάντα μέσα μου και κάδρο ατόφιων ανθρώπινων σχέσεων. Ανέβαινα συχνά με φίλους και γινόμουν ένα μαζί τους για λίγες μέρες — ζούσαμε από κοινού αυτό το άνοιγμα που γεννάει στις καρδιές η καθημερινή ζωή του μοναστηριού, με την ομαδικότητα της δουλειάς, την ησυχία του αμέριμνου βίου και το μοναδικό “μούλιασμα” της ψυχής στη ζωή της προσευχής. Κι έκανα και νέους φίλους: κάθε φορά κι από ένα νέο μοναχό ή γνώριζα κάποιον επισκέπτη του μοναστηριού και “δέναμε”. Τη μια χρονιά ένα νέο παληκάρι ήταν δόκιμος˙ την επόμενη, γενειοφόρος νέος μοναχός. Με τον Πορφύριο αλληλογραφούσαμε για χρόνια (έχω, αλήθεια, μια φωτογραφία του με κατάμαυρα γένια — τώρα είναι ολόλευκος!). Σ’ αυτή την αλληλογραφία είναι αποτυπωμένη όλη μου η πάρωρη εφηβεία, οι νεανικοί μου κλυδωνισμοί, οι ιδεαλισμοί κι οι αιθεροβασίες…

Ναι, η Σιμωνόπετρα στάθηκε για μένα, ο ένας από τους δύο εξωτερικούς τόπους που συντονίστηκαν τόσο ουσιαστικά και γόνιμα με τις εσωτερικές διαδρομές του εαυτού μου (ο δεύτερος είναι η κατασκήνωση του Παρνασού…).

Κι έπειτα από έντεκα χρόνια επέστρεψα…

Ο π. Πορφύριος έχει πια φύγει από κει. Είναι ηγούμενος σε ένα άλλο μοναστήρι στη Βέροια. Ο π. Μύρων είναι στην Αθήνα (στο μετόχι). Ο π. Ιωάσαφ πήρε απολυτήριο, πήγε στο Σινά. Ο π. Θεοτόκης επέστρεψε στη Γαλλία (θα ξανάρθει ίσως, λένε). Ο π. Ευγένιος είναι εφημέριος σε κάποιον αθηναϊκό ναό. Ο π. Χαραλάμπης πέταξε τα ράσα και ζει σήμερα κάπου στο Μαρούσι. Το αγαπημένο μου γεροντάκι (που έσερνε τις παντοφλίτσες του στο ναό), ο παπα-Σίμωνας, πέθανε. Το ίδιο κι ο Μητροφάνης κι ο Γερβάσιος˙ ο ένας από καρκίνο, ο άλλος από ατύχημα (υπάρχει τώρα ένας νέος Γερβάσιος). Ο π. Γαλακτίων (95 χρονών πια) κατάκοιτος με σπασμένο πόδι. Ο π. Ευθύμιος στην Ορμύλια. Τον Γαβριήλ, τον Γρηγόριο, τον Φιλόθεο δεν τους είδα. Ο π. Εφραίμ ίδιος. Ο Νείλος, ο Θεολόγος, ο Τείχων βάρυναν. Το ίδιο κι ο π. Μακάριος — το πρόσωπό του σκάφτηκε. Ο π. Ιερώνυμος, αντιπρόσωπος στις Καρυές. Ο παπά Ιάκωβος άσπρισε, αλλά η παιδικότητά του ατόφια. Ο π. Γερμανός ολόιδιος. Ο παπά-Θανάσης ακμαίος και γελαστός όπως πάντα — μια ψυχή αρχοντική πέρα από χαριτωμένη! Και τόσοι άλλοι που δεν κατάφερα να δω… Να ήταν κρυμμένοι στα κελιά τους; Σε κάποιο απόμακρο διακόνημα ίσως; Κι από δίπλα, ένα σωρό μαυρογενή πρόσωπα: Νεκτάριος, Αρτέμιος, Συνέσιος… νέοι μοναχοί, συνεχώς νέες άγνωστες φυσιογνωμίες, τόσο άγνωστες όσο άγνωστος τους ήμουν τώρα κι εγώ. Κάποτε σ’ αυτό το μοναστήρι με λέγαν όλοι “Βασιλάκη” κι ήταν όλοι μεγαλύτεροί μου. Τώρα πολλοί με προσφωνούν “κύριο Αργυριάδη” και τους ρίχνω στα χρόνια…

Η ανθρωπογεωγραφία άλλαξε. Μα και το ίδιο το μοναστήρι άλλαξε: Στο μεγάλο μπαλκόνι, το ψηλότερο, το σήμα κατατεθέν της Σιμωνόπετρας, δεν έχουν πλέον πρόσβαση οι επισκέπτες. Το αρχονταρίκι δεν είναι μέσα στο μοναστήρι πια, έχει φτιαχτεί ένα νέο απ’ έξω. Και οι ξενώνες, κι αυτοί εκτός μονής. Πολλά νέα κτήρια πανέμορφα και προσεγμένα, νέες γωνιές, μα όλα άγνωστα — αυτά τα μέρη δεν τα κατέκτησε ποτέ η νεότητά μου, αυτές τις γωνιές δεν τις ζέστανε η παλιά μου παιδική ευαισθησία. Τα ξύλα και τα ντουβάρια και τα απόμερα σημεία που εγώ αγάπησα, είναι μη προσβάσιμα πλέον ή έχουν αντικατασταθεί… Στην παλιά κρήνη της στοάς το νερό, λέει, δεν είναι πια πόσιμο. Το μικρό ξυλουργείο έχει γίνει αποθήκη. Πλάκες γυαλιστερές έχουν στρωθεί στο δάπεδο της τραπεζαρίας, εκεί που άλλοτε τα ροζιασμένα σανίδια έκαναν τις ρόδες των καροτσιών μας —ήμασταν “τραπεζάρηδες”— να χορεύουν, και πάνω τους τα μεταλλικά ποτήρια και οι κανάτες να αλαλάζουν σε ποικίλες τονικότητες, ανάλογα με το πόσο νερό ή κρασί περιείχαν. Το μαυρισμένο τέμπλο του καθολικού (που έλεγες πως αν το ξύσεις με το νύχι, θα μοσχοβολήσει ο τόπος λιβάνι και κερί) αστράφτει τώρα επιχρυσωμένο και φωτεινό. Παντού τοιχογραφίες, άλλοτε οι τοίχοι ήταν άσπροι και γυμνοί. Στο καλντερίμι της πλαγιάς (μέχρι κάτω το κοιμητήρι) δεν σε τρώει πλέον το αγιάζι — ο άνεμος σκάει και κοπάζει σε κάτι ψηλά σπίτια, που έχουν χτιστεί εκεί: άψογη μακεδονίτικη αρχιτεκτονική με ζωγραφισμένα ταβάνια από μέσα, πλάκες πελεκητές στη σκεπή και πέτρες στα γωνιάσματα. Μα αυτές οι πέτρες δεν με ξέρουν…

Άλλαξαν οι άνθρωποι, άλλαξε ο τόπος…

Άλλαξα όμως κι εγώ. Δύσκολο να με γνωρίσεις, τριάντα κιλά βαρύτερο, έντεκα χρόνια μεγαλύτερο και τόσο αλλαγμένο εσωτερικά. Με γυναίκα και παιδιά και μέριμνες που δεν σ’ αφήνουν στιγμή, ούτε για να απολαύσεις τη λεπτή φωνή της πρωινής καμπάνας, εκεί στις 4 τα χαράματα. Τα δάχτυλά μου ξεμάθαν τους κόμπους. Το ορθρινό σκοτάδι το σπάει μια παράφωνα φωτεινή οθόνη smartphone. Στα σκαλιά και τις ανηφόρες λαχανιάζω και κάτι μέσα μου έγινε αδιάτρητο. Ο κόσμος μου πιο θολός, πιο βρώμικος…

Πέρασα όμορφα εντούτοις κι αν αξιωθώ, θα αρχίσω ξανά τις επαναληπτικές επισκέψεις. Σε λίγα χρόνια θα φέρω και τον γιο μου — θέλω να ‘ρθει στην ηλικία που πρωτανέβηκα κι εγώ. Θέλω να χαϊδέψει αυτός τις καινούργιες πέτρες, να ανακαλύψει τις νέες γωνιές, να συναντηθεί με όσα ο χρόνος κι ο αναδυόμενος κυνισμός μου θα κρατά από μένα ολοένα και πιο κρυφά. Θα επιστρέφω ξανά και ξανά κι ας μην υπάρχει πια η Σιμωνόπετρα της νιότης μου.

Θα επιστρέφω κι ας ξέρω πως ό,τι και να κάνω, το παρελθόν δεν επιστρέφει…

Advertisements
This entry was posted in Εσώ-λογοι. Bookmark the permalink.

One Response to Το παρελθόν δεν επιστρέφει…

  1. Reblogged this on παρασκευή απόγευμα and commented:
    Με συγκινείς…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s