Περί ομοφυλοφιλίας Ι: Δικαίωμα σε ποια διαφορετικότητα; (μια θεολόγηση)

άντρας-γυναίκα-ομοφυλό

Ολοκλήρωσα πριν κάποιες μέρες την επιμέλεια ενός βιβλίου για την ομοφυλοφιλία. Πρόκειται για «μια χριστιανική ματιά στην ομοφυλοφιλία», όπως επιγράφει ο υπότιτλος του έργου, συγγραφέας του οποίου είναι κάποιος Γάλλος ορθόδοξος ιερέας (π. Μάρκος-Αντώνιος Κόστα Ντε Μποργκάρ). Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει μέσα στον Ιούνιο από τις εκδόσεις Εν πλω, με τον τίτλο «Πειρασμός και τραύμα».

Θα ήθελα να μεταφέρω εδώ κάποιες σκέψεις απ’ αυτές που καταγράφει ο Μποργκάρ, γύρω από το πώς αντιλαμβάνεται η χριστιανική πίστη την ομοφυλοφιλία. Έχει σημασία, κατ’ αρχάς, να καταλάβουμε σε τι Θεό πιστεύει ο Χριστιανισμός και σε τι είδους Κτίση.

Για τους χριστιανούς, ο Θεός είναι δύο πράγματα μυστηριωδώς αντινομικά μεταξύ τους: είναι Ένας και συνάμα Τρεις. Δηλαδή, είναι απόλυτα ενιαίος και απόλυτα διακριτός σε τρία πρόσωπα (Πατήρ-Υιός-Άγιο Πνεύμα). Τα τρία πρόσωπα υπάρχουν σε απόλυτη κοινωνία αγάπης (και ελευθερίας) μεταξύ τους. Αυτή η κοινωνία αγάπης και ελευθερίας είναι εφικτή (και απόλυτη) ακριβώς επειδή ο Θεός είναι (απολύτως) ένας και τρείς, ακριβώς επειδή δηλαδή υπάρχει στη θεότητα η αντινομία της ενότητας και της διακριτότητας-διαφορετικότητας (ετερότητας).

Γιατί ο Θεός της απόλυτης αγάπης δημιουργεί τον κόσμο; Τον δημιουργεί από αγάπη, προκειμένου δηλαδή να προστεθούν κι άλλοι στην τριαδική κοινωνία της ελευθερίας και της αγάπης. Και για να μπορέσουν να προστεθούν κι άλλοι (ολόκληρη η κτίση) στην αγαπητική κοινωνία του Θεού, ο Θεός ξεκινά την κτίση με τα δύο βασικά προαπαιτούμενα, την ενότητα και την ετερότητα: διαχωρίζει την ξηρά από τη θάλασσα, τον ουρανό από τη γη, τη μέρα από τη νύχτα… Και τέλος, δημιουργεί τον άνθρωπο, ένα συνάμα και διακριτό: άνδρας και γυναίκα. Κι έτσι, αυτό το αντινομικό μοντέλο ενότητας-ετερότητας υπάρχει παντού στην κτίση και κυρίως στο κατ’ εξοχήν δημιούργημα του Θεού, το οποίο πλάθεται κατ’ εικόνα του Θεού, με στόχο να οδηγήσει, εν ελευθερία, τον ίδιο του τον εαυτό αλλά και ολόκληρη την κτίση στην αγαπητική κοινωνία της θεότητας. Ο ρόλος του ανθρώπου, είναι ρόλος βασιλέα-διακονητή της κτίσης. Είναι αυτός που θα σηκώσει το βάρος της ελευθερίας: να θελήσει να συμπαρασύρει την κτίση στην κοινωνία της αγάπης του Θεού.

Μέσα λοιπόν στον ίδιο τον άνθρωπο, υπάρχει η εικόνα της ενότητας-ετερότητας. Κι αυτή η εικόνα υπάρχει όχι μόνο στο επίπεδο των προσώπων (: η ανθρωπότητα αποτελείται από πολλά επί μέρους πρόσωπα), αλλά και στο επίπεδο της ίδιας μας της φύσης (: καθένας μας είναι άντρας ή γυναίκα, φορέας της μίας ενιαίας ανθρώπινης φύσης του άντρα και της γυναίκας). Ως υποκείμενα, είμαστε (ο καθένας μας) φορείς μιας ετερότητας και μιας ενότητας συνάμα στη φύση μας. Αυτή η διπλή ιδιότητα υπάρχει δηλαδή σαν σφραγίδα στο επίπεδο της ανθρώπινης φύσης, όχι στο επίπεδο των ανθρώπινων προσώπων. Επαναλαμβάνω: η θεϊκή αντινομία ενότητας-ετερότητας δεν καθρεφτίζεται στην πολλαπλότητα των ανθρώπινων προσώπων (μόνο), αλλά και (πρωτίστως) στην ίδια την ανθρώπινη φύση — είμαι άνθρωπος-άντρας, αυτοτελής και συνάμα λειψός. Είμαι άνθρωπος-γυναίκα, αυτοτελής και συνάμα λειψός. Διαθέτω ενότητα-ετερότητα όταν συναντιέμαι μ’ εκείνον που διαθέτει επίσης ενότητα-ετερότητα (άνδρας-γυναίκα). Και δια της αμοιβαίας συνάντησής μας επιτελείται το μυστήριο της ανθρωπότητάς μας, που καλείται να κοινωνήσει με τον Θεό.

Όπως το δίπολο ενότητας-ετερότητας στον Θεό συνεπάγεται κοινωνία αγάπης και όπως η κοινωνία αγάπης γίνεται αφορμή δημιουργίας (ο Θεός πλάθει τον κόσμο), έτσι και στον άνθρωπο: το δίπολο ενότητας-ετερότητας μέσα στην ανθρώπινη φύση καρπίζει δια της σεξουαλικής λειτουργίας και γεννά ανθρώπους, γεννά κι άλλους προσκεκλημένους στην ενότητα της αγάπης.

Με όλα τα παραπάνω, διαφαίνεται περίπου πού το πάει ο συγγραφέας μας: οι χριστιανοί πιστεύουν στην ετερότητα, στη διαφορετικότητα. Κι όχι απλά πιστεύουν σ’ αυτή, αλλά τη θεωρούν βάση της ίδιας μας της ύπαρξης. Όμως, για ποια διαφορετικότητα μιλάμε; Για μια κοινωνική διαφορετικότητα στην επιφάνεια μιας πληθυσμιακής πολλαπλότητας ή για μια οντολογική διαφορετικότητα, που είναι συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης και καθιστά ανανεώσιμη την ίδια τη ζωή; Για τους χριστιανούς, η οντολογική διαφορετικότητα-ενότητα είναι αυτή που εικονίζει τον Θεό, και αυτή είναι που κάνει να καρπίσει νέα ζωή. Η ομοφυλοφιλία είναι στην ουσία της κατάργηση αυτής της ενότητας-ετερότητας, είναι στροφή προς το ίδιο, όχι προς το άλλο. Ο άνθρωπος-άντρας στρέφεται προς τον άνθρωπο-άντρα (ή ο άνθρωπος-γυναίκα προς τον άνθρωπο-γυναίκα) αρνούμενος τη διαφορετικότητα και καταφάσκοντας στο ίδιο, στον αυτο-περιορισμό της ομοιότητας. Η ετερότητα εξαφανίζεται, άρα οι δυνατότητες της ενότητας μηδενίζονται και η δυναμική της καρποφορίας καταργείται. Πρόκειται για άρνηση της ζωής.

Κι υπάρχει εδώ μια τραγική ειρωνία: ενώ η ομοφυλοφιλική κοινότητα ζητά σεβασμό στο κοινωνικό δικαίωμα της διαφορετικότητας (κάτι που κατά τη γνώμη μου δεν θα έπρεπε να τους το αρνείται κανείς — πολύ λιγότερο δε οι χριστιανοί), ταυτόχρονα δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν πόσο ενάντια στη βαθύτερη ουσία της διαφορετικότητας είναι η σεξουαλική τους επιλογή-τάση… Γι’ αυτό και είναι μια κατάσταση άγονη — μια κατάσταση που δεν έχει εκ φύσεως τη δυνατότητα να γεννήσει νέο άνθρωπο, νέα ζωή, να ξαναπλάσει δηλαδή τον κόσμο απ’ την αρχή…

Έχει ενδιαφέρον το βιβλίο του Μποργκάρ. Αν πέσει στα χέρια σας, αξίζει να το διαβάσετε — είναι πιο ενδιαφέρον απ’ όσο η δική μου εκφραστική αδυναμία άφησε να διαφανεί˙ και υπάρχουν και άλλες πτυχές που εγώ, λόγω χώρου, δεν άγγιξα καν εδώ…

Advertisements
This entry was posted in Κατόψεις… χριστιανικές!. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s