Καρκίνος της μίτρας…

arxieratika1Νοέμβριος του 2002. Πέρασα το κατώφλι του συνοδικού μεγάρου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Συμβασιούχος υπάλληλος στις εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας. Από μικρό παιδί στην Εκκλησία, πτυχιούχος Θεολογίας, πίστευα πως ήξερα αρκετά πράγματα γι’ αυτή. Με τον καιρό κατάλαβα ότι η ποίμνη του Χριστού και η εκκλησιαστική διοίκηση δεν είναι κατ’ ανάγκην το ίδιο πράγμα. Και για τη δεύτερη δεν ήξερα τίποτα. Ήταν ακόμα η αρχή…

Η καθημερινή μου τριβή στους διαδρόμους και τα γραφεία του συνοδικού μεγάρου μού αποκάλυψε έναν ολόκληρο μικρόκοσμο. Η θητεία μου διήρκησε πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια καθημερινής παρουσίας στο κέντρο διοίκησης της Ελλαδικής Εκκλησίας. Έζησα πολλές συνεδριάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου και κάμποσες ολόκληρης της Ιεραρχίας. Είδα επισκοπικές εκλογές, γνώρισα τον τρόπο λειτουργίας των συνοδικών επιτροπών, συνεργάστηκα με υπαλλήλους και ιερείς απ’ όλες τις συνοδικές υπηρεσίες, και, κυρίως, υποψιάστηκα το πνεύμα που σκεπάζει τα πάντα σ’ εκείνο το κτίριο…

Στον δεύτερο όροφο (και σε κάποιους χώρους του πρώτου) στεγάζονται τα γραφεία των συνοδικών επιτροπών της Εκκλησίας. Είναι οι επιτροπές που υποβοηθούν το σώμα των επισκόπων (Ιεραρχία) στη διοίκηση. Αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας το κεντρικό ποιμαντικό έργο και επιφορτίζονται με την πρακτική υλοποίηση του γενικού σχεδιασμού, που το σώμα των επισκόπων χαράσσει. Θεωρητικώς τουλάχιστον… Σε κάθε γραφείο υπηρετούν ένα ή δύο ιερείς, κατά κανόνα άγαμοι. Στον ίδιο όροφο στεγάζονται και τα γραφεία της αρχιγραμματείας της Συνόδου, καθώς και οι χώροι όπου συνεδριάζει η Διαρκής Ιερά Σύνοδος και η Ιεραρχία, το σώμα δηλαδή των εν ενεργεία εκείνων επισκόπων που ποιμαίνουν μητροπόλεις. Θεωρητικώς τουλάχιστον…

Οι ιερείς που επιλέγονται για να στελεχώσουν τα γραφεία των συνοδικών επιτροπών και της αρχιγραμματείας δεν επιλέγονται με αξιοκρατικά κριτήρια. Οι τίτλοι σπουδών τους, είναι συνήθως “ψιλοί”, δίχως αντίκρυσμα καλλιέργειας ή πνευματικής ευρύτητας. Δεν ενδιαφέρει κανέναν αν οι άγαμοι ρασοφόροι του συνοδικού μεγάρου διαθέτουν γνώσεις, εξειδικεύσεις ή άλλες δεξιότητες, αν είναι καλλιεργημένοι ή ικανοί να διεκπεραιώσουν ένα στοιχειώδες έργο. Η ευσέβειά τους (που ούτως ή άλλως είναι κάτι δυσδιάκριτο για τον καθένα) δεν πιστοποιείται από κανέναν, μα ούτε και ενδιαφέρεται κανείς να την πιστοποιήσει. Η εισαγωγή τους στα άδυτα της εκκλησιαστικής διοίκησης γίνεται με “μέσον”. Στελεχώνουν τα γραφεία, επειδή κάποιος αρχιερέας για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο τούς έχει προωθήσει εκεί. Ο λόγος είναι αδιευκρίνιστος διότι, γνωρίζοντάς τους, δύσκολα πείθεται κανείς για την ποιμαντική τους επάρκεια ή την εκκλησιαστική τους ευσυνειδησία. Ο συνομιλητής τους δεν διαβλέπει πάνω τους κάποια ιδιαίτερη ευστροφία ούτε κανένα ουσιαστικό χαρακτηριστικό από κείνα που διαθέτουν οι εκκλησιαστικοί άνδρες με φρόνημα, ήθος και ευθύτητα. Είναι συνήθως άνθρωποι μετρίων δυνατοτήτων, αδιάφοροι και άχρωμοι δημόσιοι υπάλληλοι, ή —ακόμα χειρότερα— ύποπτες φιγούρες διαμφισβητούμενης ηθικής ακεραιότητας. Χειρίζονται καλά ένα τυποποιημένο εκκλησιαστικό γλωσσάρι και εξοικειώνονται με τον καιρό (αν δεν είναι ήδη εξοικειωμένοι πριν την εισαγωγή τους στο συνοδικό μέγαρο) σε ένα συγκεκριμένο ύφος συμπεριφοράς: ένα αλλόκοτο μείγμα με βασικά συστατικά τις “χαριτωμένες” διαχυτικότητες και την προσπάθεια επίδειξης μιας βαθιάς τάχα ευσέβειας. Στα χρόνια που υπηρέτησα στο συνοδικό μέγαρο συνάντησα και εξαιρέσεις. Δυστυχώς ήταν ελάχιστες — σαν για να επιβεβαιώσουν απλώς τον στενόχωρο κανόνα.

Η θητεία των άγαμων ρασοφόρων υπαλλήλων του συνοδικού μεγάρου δεν έχει προδιαγεγραμμένο χρονικό ορίζοντα. Έχει όμως ένα και συγκεκριμένο στόχο: την ανάρρηση σε επισκοπικό θώκο. Αν κάποιος αρχιμανδρίτης έχει την υποστήριξη “κραταιών” μητροπολιτών θα γίνει γρήγορα μητροπολίτης. Αν όχι, θα περιμένει για καιρό. Όταν μιλώ για “κραταιούς” μητροπολίτες δεν εννοώ τίποτα ηγετικές φυσιογνωμίες κύρους. Πώς θα μπορούσε να υπάρχουν τέτοιες, αφού η πλειοψηφία των σημερινών μητροπολιτών είναι βγαλμένη από τη γραφειοκρατική ανία του δευτέρου ορόφου του συνοδικού μεγάρου… Ως “κραταιοί” μητροπολίτες λογίζονται όσοι μετρούν πολλά χρόνια παρουσίας στην Ιεραρχία κι έχουν επανειλημμένως αποδειχτεί επιδέξιοι σε υπόγειους χειρισμούς επισκοπικών μαγειρεμάτων (εκλογικών και μη). Οι λίγοι άξιοι αρχιερείς δεν επιδίδονται σε τέτοιες συμπεριφορές, άρα δεν είναι “κραταιοί”…

Οι αρχιμανδρίτες-υπάλληλοι του συνοδικού μεγάρου για να επιτύχουν τον ένα και μοναδικό τους στόχο, την ανάρρηση σε επισκοπικό θώκο, διαγκωνίζονται σε “εξυπηρετήσεις” μητροπολιτών. Είναι αυτονόητο: για ψηφιστείς μητροπολίτης πρέπει να εξασφαλίσεις την εύνοια των ψηφοφόρων. Χατίρια, δώρα, δουλοπρεπής συμπεριφορά, αναξιοπρεπής κολακεία είναι τα οχήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Ένας εξωτερικός παρατηρητής δεν θα δίσταζε να βγάλει το συμπέρασμα πως οι συνοδικές επιτροπές και τα γραφεία της γραμματείας υπάρχουν τελικά μόνο και μόνο για να επιδίδονται οι αρχιμανδρίτες σε αλισβερίσι δημοσίων σχέσεων με τους μελλοντικούς ψηφοφόρους τους, και να διδάσκουν οι μητροπολίτες στους μελλοντικούς τους “αδελφούς” ποια συμπεριφορά και ήθος πρέπει να επιδείξουν για να γίνουν μέλη της “ζηλευτής” αυτής ιεραρχίας. Εννοείται πως η διαποίμανση της Εκκλησίας και οι ανάγκες της κατέχουν προσχηματικό ρόλο για τους περισσότερους ενοίκους του συνοδικού μεγάρου.

Με άλλα λόγια, η διοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος παρουσιάζει (για κάποιον που την ξέρει καλά) την εικόνα και την παθογένεια ενός κλειστού ολιγομελούς συστήματος, που σαν φαύλος κύκλος ανακυκλώνει τον εαυτό του και ολοένα απομονώνεται, τόσο από τα υπόλοιπα μέλη της Εκκλησίας (τους απλούς έγγαμους παπάδες και τους λαϊκούς) όσο και γενικότερα από την ελληνική κοινωνία και τον σύγχρονο κόσμο — τις συνθήκες και τα χαρακτηριστικά του. Το σύστημα δεν ανατρέπεται, δεν έχει χαραμάδες. Ζει ξεκομμένο, τρέφεται από τις σάρκες της ανοχής όλων ημών, των υπόλοιπων μελών της Εκκλησίας, και αδυνατεί να αντιληφθεί την αδιαφορία και την ειρωνία που ο εκτός της Εκκλησίας κόσμος επιδεικνύει γι’ αυτό.

Αυτά είδα, αυτά γνώρισα. Τον Οκτώβριο του 2007, δύο μέρες πριν δημοσιοποιηθεί σε ΦΕΚ η μονιμοποίησή μου ως δημοσίου υπαλλήλου, υπέβαλα την παραίτησή μου…

Μάρτιος του 1994. Πρωτοετής φοιτητής θεολογίας, τότε. Συνεργαζόμουν με ένα χριστιανικό φοιτητικό περιοδικό. Με έστειλαν μαζί με κάποιο συνάδελφό μου φοιτητή θεολογίας να πάρουμε συνέντευξη από τον μητροπολίτη κάποιας επαρχίας, γύρω από το ζήτημα του θεολογικού διαλόγου μεταξύ ορθοδόξων και αντιχαλκηδονίων. Ο μητροπολίτης βρισκόταν για λίγες μέρες στην Αθήνα. Θα μας δεχόταν σε ένα μικρό διαμερισματάκι στο κέντρο της πόλης. Χτυπήσαμε την πόρτα και μετά από λίγο πρόβαλε μπροστά μας μια λιπόσαρκη φιγούρα ιερωμένου. Ήταν λευκασμένος, αλλά τις κινήσεις του τις χαρακτήριζε νεανική ευκινησία και ορμή. Το βλέμμα του, κάτω από τα πολύκλωνα στέφανα των φρυδιών του, εύστροφο και διεισδυτικό. Τα μάτια του φωτεινά. Η παρουσία του σε κέρδιζε αμέσως με την απλότητα και την καλοσύνη της. 

Μας δέχτηκε σε κάποιο μικροσκοπικό σαλονάκι με στοιχειώδη επίπλωση. Μας πρόσφερε ένα λιτό κέρασμα: ένα τυποποιημένο γλύκισμα, δυο ποτήρια νερό. Στις ερωτήσεις μας απάντούσε με μια φωνή ήρεμη και αργή αλλά γεμάτη εσωτερική ένταση και ζέση. Καλλιεργημμένος, βαθύς, γαλήνιος. Λόγος θεολογικός. Έδειχνε άνθρωπος βαθύτατα ασκητικός, απέπνεε λεβεντιά και ήθος. Ήταν ο Μητροπολίτης Πρεβέζης Μελέτιος Καλαμαράς.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, είχα την ευκαιρία να τον συναντήσω κάμποσες φορές. Κάθε φορά που έσκυβες να πάρεις την ευχή του —όποιος κι αν ήσουν— αγκάλιαζε με το δεξί του χέρι το σκυμμένο σου κεφάλι και το ακουμπούσε πατρικά στο στήθος του. Πλημμύριζες καλοσύνη και αγάπη Χριστού! Σου μιλούσε με τέτοια στοργή, που ένιωθες πως θα ήθελες να γίνεις καλύτερος για να την αξίζεις. Η κατάλευκη ασκητική μορφή του ήταν μια διαρκής αφορμή έμπνευσης. Στο πρόσωπό του βλέπαμε πάλλουσα την προσευχή, ζωντανή την Εκκλησία, την Εκκλησία που καθιστά μέσα μας “καιόμενες” τις καρδιές μας (πρβλ. Λουκ. 24,32).

Στα χρόνια που θήτευσα στο συνοδικό μέγαρο, παρακολουθούσα πάντα από μακριά τον Μελέτιο, κάθε φορά που συνερχόταν η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ερχόταν μοναχικός και σιωπηλός — ασυνόδευτος από οδηγούς, διάκους και παρατρεχάμενους. Έλαμπε αθόρυβα στους διαδρόμους του συνοδικού μεγάρου. Μια ασκητική, μετρημένη φιγούρα μέσα στο πλήθος με τα φαρδυμάνικα, αμέτοχος των γλοιωδών διαχύσεων. Έλεγε λίγα. Καταδεκτικός και εύχαρις με τους λίγους σοβαρούς συνεπισκόπους του. Τυπικά ευγενής με τους υπολοίπους, αλλά αδιαπέραστος από την ελαφρότητά τους. Πάντα αναρωτιόμουν τι γυρεύει ένας τέτοιος άνθρωπος στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος. Είναι βέβαια τραγική ειρωνεία που δεν αναρωτιόμουν τι γύρευαν εκεί όλοι οι άλλοι. Όμως δυστυχώς η εμπειρία μου στο κτίριο μαρτυρούσε πως ο Μελέτιος δεν αποτελούσε τον κανόνα. Ήταν η οικτρή, αλλά φωτεινή κι ελπιδοφόρα εξαίρεση. Ήταν από τη μια πλευρά της πλάστιγγας ο Μελέτιος και οι ολίγοι συν αυτώ, και από την άλλη η πληθωρική επισκοπική ανυπαρξία. Κι η πλάστιγγα βάραινε στη μεριά του…

Καλοκαίρι του 2009. Βρέθηκα στην Πρέβεζα στη μεγάλη γιορτή της Θεοτόκου. Την παραμονή, στον εσπερινό, όλη η πόλη ήταν μαζεμένη στη Μητρόπολη. Όλοι οι κληρικοί της μητρόπολης μαζεμένοι στη λατρευτική σύναξη μαζί με τον λαό του Θεού. Στην ωραία πύλη, ο πατέρας τους, ο ποιμένας τους, ντυμένος με απέριττα άμφια, δίχως χρυσοστόλιστες μίτρες και κακόγουστα λιλιά. Το βλέμμα του και πάλι αστραποβόλο, μα οι κόγχες των οφθαλμών του πιο σκαμμένες στο αποστεωμένο ασκητικό πρόσωπο. Τα δάχτυλα κέρινα, σε σχήμα ευλογίας. Τα μάτια των ιερέων βουρκωμένα. Ο πατέρας τους κήρυττε μέσα από την κατάπτωση της σοβαρής του ασθένειας.

Λίγους μήνες αργότερα, είχα την τύχη να συναντήσω τον Μελέτιο στο επισκοπείο της μητροπόλεως Πρεβέζης. Μιλήσαμε για κάμποση ώρα. Ωριμότερος εκείνη τη φορά εγώ, είχα πλέον και μια κάποια δυνατότητα να θαυμάσω (πέρα από τα άλλα του χαρίσματα) και τη βαθιά του καλλιέργεια. Σπάνια ευρύτητα πνεύματος. Πολύγλωσσος και βαθιά πεπαιδευμένος, ακόμα και με θύραθεν κριτήρια. Εκείνη την εποχή ήξερα ότι τον απασχολούσε έντονα το ζήτημα της διαδοχής του. Πώς θα μπορούσε να μην απασχολεί, ανθρωπίνως, έναν ευαίσθητο ιεράρχη η έγνοια του σε ποια χέρια θα αφήσει τα πρόβατα της ποίμνης που ο Θεός τού εμπιστεύτηκε; Πόσο μάλλον που γνώριζε τι λογής ανθρώπινο δυναμικό είχε να επιδείξει το εγχώριο συνοδικό σύστημα. Ποιός πατέρας δεν θα ανησυχούσε για τα παιδιά του; Εκείνο τον καιρό, ο Μελέτιος παρακαλούσε τους “αδελφούς” του στην Ιεραρχία να ψηφίσουν για διάδοχό του στην κεφαλή της μητροπόλεως Πρεβέζης τον πρωτοσύγκελο του, π. Θεοδόσιο Μαρτζούχο. Ο Αρχιμανδρίτης Θεοδόσιος ήταν δίπλα στον σεβάσμιο ιεράρχη τα τελευταία 35 χρόνια. Σμιλεμένος στη διαποίμανση του λαού της Πρεβέζης και στο αληθινό ήθος της Εκκλησίας, ήξερε από διοίκηση και πατρική ευθύνη. Άνθρωπος χαρισματικός κι αυτός.

Οι συνεπίσκοποι της ιεραρχίας διαβεβαίωναν τον πολιό και ασθενούντα γέροντα πως θα σεβαστούν τη βούλησή του. Τις ίδιες διαβεβαιώσεις έδιναν αργότερα και στον π. Θεοδόσιο. Ήταν όλα ψέματα, φτηνές και απροκάλυπτες υποκρισίες. Καμία έκπληξη για όποιον γνωρίζει αφενός τι εστί ελλαδικό επισκοπάτο και αφετέρου ποιος εστί ο άρχων του ψεύδους…

Ιούνιος του 2012. Ο Μητροπολίτης Πρεβέζης Μελέτιος Καλαμαράς ανέβηκε στον ουρανό.

Οκτώβριος του ίδιου έτους: η σύνοδος εξέλεξε μητροπολίτη Πρεβέζης κάποιον τυχαίο μανδαρίνο του δευτέρου ορόφου του συνοδικού μεγάρου. Πριν την εκλογή, σύσσωμη σχεδόν η Πρέβεζα (κλήρος και λαός) είχε παρακαλέσει τη σύνοδο και τον πρόεδρό της να εκλέξουν για διάδοχο τού κεκοιμημένου ποιμένα της Μητρόπολης, τον π. Θεοδόσιο Μαρτζούχο. Τους αγνόησαν, τους λοιδώρησαν, τους ενέπαιξαν, όπως ενέπαιζαν και παλιότερα τον σεβάσμιο ιεράρχη τους. Δεκα οχτώ μητροπολίτες όλοι κι όλοι βρέθηκαν να σεβαστούν τη βούληση του Μελετίου και την εκπεφρασμένη επιθυμία του λαού του Θεού. Δέκα οχτώ γενναίες φωνές που καλούνται τώρα να σηκώσουν στους ώμους τους τη βαριά κληρονομιά του Μελετίου. Αμφίβολη μειοψηφία μέσα στο συνάφι των πολλών.

Κάποιος εκ των πολλών (γνωστός για τη γραφική του παρουσία στα πάνελ της τηλε-γελοιοποίησης), αιτιολόγησε τη στάση του με την εξής δικαιολογία: “Γιατί να σεβαστούμε τον Μελέτιο; Εκείνος πάντοτε μας κοίταγε αφ’ υψηλού και μας ειρωνευόταν…”. Αληθέστατη η διαπίστωση του μητροπολίτη, έστω κι αν αγνοούσε ο ίδιος την αιτία που τα λόγια του αλήθευαν. Διότι αγνοούσε (και σίγουρα ακόμα αγνοεί) πως δεν ήταν ο Μελέτιος που τάχα έκρινε τους συνεπισκόπους του, μα ήταν η κρίση του ίδιου του Κυρίου, που έπεφτε πάνω τους βαριά και έκρινε μέσα από το πρόσωπο του ενός, του μάρτυρα της Αληθείας, την ανεπάρκεια και την ανυπαρξία των πολλών.

Δέκα οχτώ αρχιερείς έχουν απομείνει για να σηκώνουν στις πλάτες τους την κρίση του Θεού, προς μεγάλη καταισχύνη των πολλών. Το σώμα της Εκκλησίας (έγγαμος κλήρος και λαός) τους γνωρίζει. Όπως γνωρίζει και τους άλλους, τους πολλούς, που παρασιτούν με την ανοχή μας στο σώμα του Χριστού και ασελγούν κατ’ εξακολούθηση πάνω του. Γνωρίζουμε και το κλειστό και σαρκοβόρο σύστημα του συνοδικού μεγάρου τους. Κάθε φορά που άνεμος κακός μάς φέρνει στους διαδρόμους του, γρηγορεύουμε τις υποχρεώσεις μας εκεί και σπεύδουμε φεύγοντας να τινάξουμε τη σκόνη από τα υποδήματά μας.

Η Εκκλησία νοσεί. Το ανθρώπινο κομμάτι του θεανθρώπινου σώματός της σαπίζει και υπεύθυνοι είναι εκείνοι που έχουν χρέος απέναντι στον Κύριο να το γιατροπορεύουν. Η διάγνωση της πάθησης γνωστή σε όσους πέρασαν ή περνούν το κατώφλι του συνοδικού μεγάρου: μεταστατικός, πολυεστιακός καρκίνος της μίτρας…

Advertisements
This entry was posted in Κατόψεις… χριστιανικές!. Bookmark the permalink.

One Response to Καρκίνος της μίτρας…

  1. aggelik says:

    πρεπει να αλλαξει ο τροπος ααναδειξης των επισκοπων. προτεινω κατ απλο. να θετει η ιεραρχια τις προδιαγραφες, να συγκεντρωνονται τα ονοματα οσων τις πληρον σε μια κληρωτιδα,και μετα -αφου προηγηθει προσευχη- να γινεται κληρωση. το αγιο πνευμα θα επιλεγει τον καταλληλο. ουτε ιντριγκες ουτε σιομνιες.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s