«Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε»

ΠιραντέλλοΧθες το βράδυ είδα το «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» του Πιραντέλλο στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία ενός 26χρονου σκηνοθέτη, στο όνομα του οποίου ομνύουν πολλοί (το καλοκαίρι θα γίνει ο νεότερος σκηνοθέτης που θα ανεβάσει έργο στην Επίδαυρο!).

Άλλα έργα του Δημήτρη Καραντζά (έτσι λέγεται ο εν λόγω) δεν έχω δει κι έτσι δεν μπορώ να έχω σφαιρική άποψη. Θα πω όμως ευθύς εξαρχής πως η λογική «το Εθνικό θέατρο, η Λυρική Σκηνή και η Στέγη ανοίγουν τις πύλες τους στον ταλαντούχο 26χρονο σκηνοθέτη» (που ακούγεται στα sites), με ενοχλεί… Να είσαι 26 χρονών και να αποθεώνεσαι ως μέγας σκηνοθέτης είναι κατά τη γνώμη μου αντιφατικό. Σκηνοθέτης σημαίνει «βλέμμα» και «διεισδυτική ικανότητα». Αυτές οι δύο αρετές αποκτιούνται με τα χρόνια και την ανάλογη καλλιέργεια — δεν αρκεί το ταλέντο. Επιπλέον, οι δύο αυτές αρετές συνήθως ευδοκιμούν όταν έχει αρχίσει να υποχωρεί μέσα μας η λαιμαργία του εγώ — στοιχείο κατ’ εξοχήν παρόν κατά τη νεότητα. Εξαιρέσεις πάντοτε υπάρχουν, αλλά είναι σπάνιες. Κι ακόμα και στην περίπτωση που ο Καραντζάς είναι μια τέτοια εξαίρεση, καλό είναι να βάλουμε στην άκρη τις αμετροέπειες και να τον αφήσουμε να ανθίσει, αντί να τον πνίξουμε με τα καλά μας λόγια…

Και κάτι ακόμα: η εποχή μας αποθεώνει τη νεότητα. Αρκεί να είσαι νέος κι έχεις αμέσως το πλεονέκτημα της προσέλκυσης των φώτων πάνω σου. Μα ενώ σε κάποια πράγματα η νεότητα πλεονεκτεί (π.χ. στον αθλητισμό ή σε κάποιες μορφές τέχνης, όπως η pop σε κάθε της εκδοχή) σε κάποια άλλα μειονεκτεί. Νισάφι λοιπόν με τη νεολαγνεία κι ας ακούγομαι σαν ογδοντάχρονος…

Όλα αυτά που σας λέω δεν τα είχα καθόλου σκεφτεί πριν την παράσταση. Για την παράσταση και τον σκηνοθέτη της δεν ήξερα τίποτα. Ήθελα να τη δω tabula rasa. Και την είδα.

Παρατήρηση πρώτη: το κείμενο του Πιραντέλλο είναι παλιό και φθαρμένο. Ήταν αξιόλογο, είχε πράγματα να πει, αλλά αυτά τα πράγματα, όχι απλώς έχουν ειπωθεί και χωνευτεί, μα κι έχουν πια ξεπεραστεί… Το ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια και τα υπόλοιπα νοητικά παιχνιδάκια γύρω από το δίπολο αντικειμενικότητα-υποκειμενικότητα αφορούν πια τα παιδάκια του Λυκείου. Όχι, λοιπόν. Το κέντρο βάρους του «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» δεν είναι αθάνατο. Και ο Πιραντέλλο δεν είναι Ίψεν.

Παρατήρηση δεύτερη: η σκηνοθεσία θέλησε να δείξει τον εαυτό της κι όχι να διακονήσει το κείμενο (νατη η γκάφα του νεαρού). Ήταν μια επίδειξη του πόσο καλός στυλίστας είναι ο σκηνοθέτης (και είναι πράγματι απ’ ό,τι φαίνεται), αλλά εις βάρος του κειμένου. Κι αυτό είναι το προπατορικό αμάρτημα κάθε εκκολαπτόμενου σκηνοθέτη! Το κείμενο υπάρχει για να το διακονήσεις, δεν υπάρχει για να διακονήσει αυτό τη δική σου όρεξη για show off… Να το εξηγήσω λίγο: ένα δομικό στοιχείο του συγκεκριμένου έργου του Πιραντέλλο (κατά τη γνώμη μου) είναι η ατμόσφαιρά του. Όχι αυτό που θέλει να πει το έργο, αλλά το περιβάλλον μέσα στο οποίο επιχειρεί το κεντρικό νόημα να ξεμυτίσει. (Το κεντρικό νόημα ενός έργου μπορεί να είναι παρωχημένο, αλλά η ατμόσφαιρά του δεν παλιώνει ποτέ). Το περιβάλλον στο συγκεκριμένο έργο είναι η μικρότητα (μέχρι απανθρωπίας) του κουτσομπολιού που αναπτύσσεται στο μικροκλίμα μιας ανθρώπινης κοινότητας. Όλο αυτό έχει μέσα του μια κλειστοφοβία, ένα μισανθρωπισμό, κάτι πνιγηρό… Ε, ο σκηνοθέτης έστησε την παράστασή του στην αχανή ανοιχτωσιά της σκηνής του Εθνικού — έγδυσε την αλάνα από κάθε σκηνικό και την άφησε γυμνή από την μπροστινή σκηνή μέχρι (βάθος-βάθος) την έξοδο κινδύνου των παρασκηνίων. Για να σας δώσω να καταλάβετε, ο χώρος όπου κινούνταν οι ηθοποιοί ήταν ενάμιση φορές μεγαλύτερος απ’ ό,τι ολόκληρη η πλατεία των θεατών. Αχανής! Η αδυναμία συμβολικής απεικόνισης του πνίγους της ανθρώπινης μικρότητας, στο φόντο της ανοιχτωσιάς του χώρου, είναι κάτι που τον σκηνοθέτη δεν τον απασχόλησε. Θέλησε να πειραματιστεί στυλιστικά με μιαν αντίθεση, βάζοντας έτσι στην άκρη ένα δομικό στοιχείο της ατμόσφαιρας του έργου. Με άλλα λόγια: το έργο ως άλλοθι για τα προσωπικά μας πειράματα… Εντάξει, ξέρω ότι κάποιοι το θεωρούν αυτό θεμιτό. ΟΚ. Δεν ανήκω σ’ αυτούς.

Τρίτον: οι φωτισμοί ήταν κακοί — πως να παρακολουθήσει ο θεατής, όταν νιώθει να τον στραβώνουν δεκάδες λαμπίτσες στο ύψος των ματιών του; (Επίσης, υπήρχε άραγε κάποιος λόγος που τα πλαϊνά φώτα του θεάτρου δεν έκλεισαν καθόλου στη διάρκεια της παράστασης; Αν υπήρχε, θα πρέπει να παρέμεινε ερμητικά κλεισμένος στο μυαλό του υπευθύνου του Εθνικού, γιατί σε μας δεν έφτασε…).

Τέταρτον: Οι μισοί ηθοποιοί ήταν καλοί και κατάφεραν με τη δεξιοτεχνία τους να αποφορτίσουν τον γκροτέσκο χαρακτήρα που θέλησε για την παράστασή του ο σκηνοθέτης. Οι άλλοι μισοί, δεν τα κατάφεραν. Στους πρώτους εντάσσονται δικαιωματικά η Ξένια Καλογεροπούλου με τη στιβαρότητά της, ο Μηνάς Χατζησάββας (υπέροχος, αλλά με μικρό ρόλο!), η Μαρία Κεχαγιόγλου (δεν ήταν όλες οι στιγμές της επιτυχημένες) και ο θεσπέσιος Κώστας Μπερικόπουλος.

Αυτά.

Δεν σας τη συστήνω… (εξάλλου θα κατέβει πριν την ώρα της, απ’ ό,τι μαθαίνω).

Λυπάμαι κ. Καραντζά μου. Εντούτοις, θα σας παρακολουθώ — μπορεί να αστοχήσατε, αλλά δεν μου δώσατε την εντύπωση ότι είστε ατάλαντος…

 

Advertisements
This entry was posted in Περιτεχνολόγιο…. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s