«Παύσον Εκκλησίας τα σκάνδαλα!»

Στιγμιότυπο 2017-04-14, 6.55.58 μμ

Του φίλου Θανάση Παπαθανασίου (από τη σελίδα του στο facebook):

Είναι μια προσευχή που απευθύνεται στην Παναγία και ακούγεται στις εκκλησίες το βράδυ της Μ. Παρασκευής. Που σημαίνει ότι οι πιστοί καλούνται να γνωρίζουν την κατάσταση της Εκκλησίας τους, να γνωρίζουν ότι το σώμα της πληγώνεται, και να νοιάζονται γι’ αυτό.

Το μεγαλύτερο ίσως σκάνδαλο στην ελλαδική Εκκλησία αυτή τη στιγμή είναι ο διασυρμός της Αλήθειας, στο όνομα τάχα της αλήθειας! Είναι η ολοένα και επιδεινούμενη εκδήλωση του δαιμονικού πειρασμού του «σταυροφορικού» πνεύματος: κραδαίνεις σταυρό, ομνύεις στον σταυρό, και τελικά κάνεις τον σταυρό όργανο μίσους το οποίο αναιρεί τον Σταυρό!

Υπάρχει ένα πολύ δύσκολο σημείο στη χριστιανική ταυτότητα, το οποίο γίνεται δυσκολότερο σε εποχές αγριάδας και ανασφάλειας όπως η τωρινή μας. Το δύσκολο σημείο είναι ότι Χριστιανό δεν σε κάνει η αναφορά (ακόμα και η πιο παθιασμένη) στον Χριστό, αλλά η αναφορά στον Χριστό ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Και γιατί το σημείο αυτό γίνεται δυσκολότερο στις μέρες μας; Διότι ο κόσμος αγωνιά για τις εθνικές απειλές, αγωνιά για τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, αγωνιά για το μεταναστευτικό, αγωνιά για τη μνημονιακή υποθήκευση του μέλλοντος, και εύκολα ολισθαίνει σε έναν «Χριστιανισμό» του τραμπουκισμού, σταυροφορικό και μισαλλόδοξο. Σε έναν χυδαίο «Χριστιανισμ-ισμό», ο οποίος προσπερνά ως ανούσια ουτοπία τα βασικά του Ευαγγελίου (ο μητροπολίτης Αιγιαλείας Αμβρόσιος εδώ και καιρό χλευάζει ως «αγαπούληδες του Θεού» όσους εμμένουν στην ευαγγελική πρωτοκαθεδρία της αγάπης) και εισηγείται μεθ’ ηδονής έναν «Ορθόδοξο» τζιχαντισμό ως απάντηση στον Τζιχαντισμό. Εδώ, λοιπόν, στα ζόρικα και στα κρίσιμα οφείλει η Εκκλησία ως Σώμα (επισήμως δια στόματος της Ιεράς Συνόδου και του Αρχιεπισκόπου) να υπερασπιστεί ακριβώς την ευαγγελική ουτοπία. Αλλά δεν το βλέπουμε…

Γράφω αυτές τις γραμμές τη Μ. Παρασκευή, 14 Απριλίου. Τι σύμπτωση! Πριν επτά χρόνια, στις 14 Απριλίου 2010, η Ιερά Σύνοδος είχε συνεδριάσει, ώστε ο μακαριστός μητροπολίτης Πρεβέζης Μελέτιος (+ 2012) να δώσει εξηγήσεις για τη μετάφραση των λειτουργικών κειμένων στην καθομιλούμενη γλώσσα! Ποιος; Ο Μελέτιος, ένα από τα ευάριθμα διαμάντια της σύγχρονης Εκκλησίας! Ο Μελέτιος (τι σύμπτωση, πάλι!) ήταν από εκείνους που είχαν καταδείξει ότι οι Χριστιανοί Κόπτες δεν είναι αιρετικοί! Ναι, πρόκειται γι’ αυτούς τους Κόπτες που σφαγιάστηκαν στην Αίγυπτο την Κυριακή των Βαΐων, και τους οποίους ο μαυροψυχισμός των ελλαδιτών «Ορθοδόξων» ζηλωτών δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει ως μάρτυρες του Χριστού και ως αδελφούς! Η Ιερά Σύνοδος, λοιπόν, πέραν του κινδύνου του Μελετίου δεν έχει νιώσει την ανάγκη να καλέσει κανέναν άλλον επίσκοπο, για κανέναν άλλο λόγο! Ούτε καν για το ότι η Μεγάλη Βδομάδα τείνει να καθιερωθεί (με τον μητροπολίτη Αιγιαλείας πέρυσι, με τον μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ φέτος) ως χρόνος διατύπωσης σταυροφορικού λόγου!

Δεν είναι στάση ουδετερότητας! Είναι σύνταξη με τις παρουσίες αυτές! Και πλήθος καίριων ζητημάτων μένουν μετέωρα: Ένας επίσκοπος της Ελλαδικής Εκκλησίας (ο Πειραιώς Σεραφείμ) δεν ζήτησε να συναντήσει τον Τούρκο Πρόεδρο Ερντογάν για να τον προσκαλέσει στην Ορθόδοξη πίστη, αλλά του έστειλε επιστολή 37 σελίδων, η οποία δημοσιεύτηκε σε ελληνικές ιστοσελίδες αυθημερόν (Μ. Τετάρτη, 12 Απριλίου)! Είναι, εν τέλει, επιστολή προς ποιον; Και με τη μόνιμη επωδό: λόγο περί της αιώνιας καταδίκης και αιωνίου κολασμού των αντιφρονούντων (όπως και στην επιστολή του προς τον Κόπτη Πατριάρχη τον Ιανουάριο). Κι αυτή τη φορά, με λόγο περί αιώνιας καταδίκης όχι απλώς του Ερντογάν, αλλά ολόκληρου του τουρκικού λαού! Πώς λέγεται η ενοχοποίηση συλλήβδην ενός λαού; Και πώς λέγεται η υφαρπαγή της τελικής κρίσης του μόνου Κριτή, του Χριστού;

Είναι ζητήματα πολύ σοβαρά, γιατί αφορούν τον προσανατολισμό μιας ολόκληρης τοπικής Εκκλησίας! Εξέφρασαν κάποιοι την ανησυχία τους ότι μετά από την επιστολή του Πειραιώς ενδέχεται να υπάρξει τζιχαντιστικό χτύπημα στη χώρα μας. Ποιος μπορεί να το αποκλείσει; Αλλά το εκκλησιαστικώς καίριο, κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι παραδίπλα απ’ αυτό. Μπορεί κάποιος να απαντήσει ζηλωτικά ότι θα «ομολογεί την αλήθεια» με όποιο κόστος, ακόμα και με το μαρτύριό του. Το σταυροφορικό πνεύμα, ναι, θα το πει αυτό. Και με τη λογική του τραμπουκισμού θα πάρει και εύσημα γι’ αυτό. Όμως, στην παράδοση της Εκκλησίας υπάρχει άλλη λογική: Ο μισαλλόδοξος ηρωισμός, το ναρκισσιστικό μαρτύριο ΔΕΝ λογίζεται ως χριστιανικό μαρτύριο!

«Παύσον Εκκλησίας τα σκάνδαλα!». Να υψώσουμε αυτή την προσευχή και να την δυναμώσουμε ως αίτημα στους Ιεράρχες. Η σιωπή ή οι ψίθυροι μεταξύ φίλων δεν αντισταθμίζουν την ευθύνη του δημόσιου λόγου και της ευαγγελικής μαρτυρίας.

[ΥΓ: Το σκίτσο είναι του Μάριου Ζαμπίκου. Το μνημόνευσα στην παρουσίαση του βιβλίου του Αναστασίου, αρχιεπισκόπου Αλβανίας, «Συνύπαρξη: Ειρήνη, φύση, φτώχεια, τρομοκρατία, αξίες», στη «Σύναξη» 138 (2016). Άλλη γεύση…].

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Posted in Κατόψεις… χριστιανικές!, Uncategorized | Leave a comment

Το σχήμα του χρόνου

%cf%84%ce%b9%ce%bc%ce%b5Μετράμε συνήθως τον χρόνο με επιτυχίες ή με αποτυχίες. Περνάνε τα χρόνια και συνέχεια σκεφτόμαστε: Πόσα πέτυχα; Τι θα ‘θελα να έχω πετύχει; Πού λοξοδρόμησα; Πώς μπορώ να αλλάξω; Οι παλαιότεροι βεβαιώνουν πως έρχεται κάποια στιγμή –στη μέση ηλικία άραγε, ή αργότερα, στα στερνά;– που τα ερωτήματα γεννούν μέσα μας και κάτι το βασανιστικό: κοιτάμε τη ζωή πίσω μας και μας φαίνεται λειψή κι εμείς αποτυχημένοι. Πάντα κάτι παραπάνω θα θέλαμε να είχαμε κάνει, κάπως περισσότερο επαρκείς να είχαμε φανεί, κάπως πληρέστερους να μας είχε ξεβράσει το παρελθόν στον παρόν…

Όμως, κάτω από την επιφάνεια όλων αυτών, που αθέλητα αναδύονται κάθε που γυρνάει ο χρόνος, κείτεται αθόρυβα (και δυστυχώς ανεξέταστα) μια δεδομένη πραγματικότητα: μετράμε το χρόνο με βάση τον εαυτό μας – τις δικές μας επιτυχίες, τις δικές μας αποτυχίες. Κοιτάμε πόσο προοδεύσαμε εμείς, πόση σκιά αφήνει πίσω του το δικό μας μπόι. Οι άλλοι γύρω μας επηρεάζονται από μας θετικά ή αρνητικά, αλλά υπάρχουν υπόρρητα στην κρίση μας ως προσαρτήματά μας. Εμείς είμαστε που μας ενδιαφέρουμε κατά βάση κι εμείς είμαστε το μέτρο του χρόνου μας.

Μα τα πράγματα μπορούν να είναι και αλλιώς˙ αν το θελήσουμε. Μπορούμε, αν το θελήσουμε, να λιγοστέψουμε κάπως εμάς μέσα μας. Αντί να έχουμε έγνοια το πώς θα ψηλώσουμε εμείς, να μεταθέσουμε το βάρος της ευθύνης μας στο πώς θα ψηλώσει ο άλλος δίπλα μας, πώς θα ζήσει αυτός καλύτερα και πώς θα συμβάλουμε εμείς σ’ αυτό. Η ζωή μάς έχει δώσει καλές ευκαιρίες ως προς τούτο: μια/έναν σύντροφο, για χάρη της οποίας ή του οποίου είμαστε ικανοί να υπερβούμε τον εαυτό μας˙ γιους και κόρες ενδεχομένως, ή πατέρα και μάνα, που για χάρη τους είμαστε διατεθειμένοι να ξοδέψουμε ολότελα τον εαυτό μας, μαθητεύοντας έτσι σ’ ένα ξόδεμα που θα επεκταθεί και για χάρη όλων των άλλων τριγύρω μας. Αλλά κι αν ακόμα δεν υπάρχουν αυτά, δεν μας λείπουν οι δυνατότητες: γνωστοί και άγνωστοι, συγγενείς ή φίλοι ή απλοί περαστικοί στο διάβα μας˙ εγείρουν όλοι αίτημα στην προσοχή μας κι η ανάγκη τους αξιώνει την ευθύνη μας. Με μία προϋπόθεση: να το θελήσουμε.

Θα μου πεις: σάμπως κοιτώντας τον εαυτό μας, δεν ωφελούνται κι οι άλλοι; Κανείς δεν ζει μόνος του… Πράγματι, η ζωή δεν έχει απόλυτες διαζεύξεις. Μπορεί να με νοιάζει ο εαυτός μου μονάχα κι εντούτοις δίπλα μου άνθρωποι να ευεργετούνται, καθώς εγώ αυξάνομαι (αλλά και να ποδοπατούνται συχνά˙ όχι;). Όπως και να ‘χει, η ευθύνη για τον εαυτό μας και η ευθύνη για τους άλλους μπορούν να συμπορεύονται ίσως με κάποιο τρόπο. Αλλά και πάλι: αν το θελήσουμε˙ αν θελήσουμε να βάλουμε στο κάδρο της ευθύνης μας και τον άλλο…

Ίσως τελικά να είναι απαραίτητο, εκεί που γυρίζει ο χρόνος, να κάτσουμε λίγο και να σκεφτούμε με ποιο μέτρο μετράμε το βίο μας. Με τις θυσίες που κάναμε/ κάνουμε/ θα θέλαμε να κάνουμε (ή να κάνουν) για χάρη μας; Ή με τις θυσίες που θα θέλαμε εμείς να γίνουμε για χάρη των άλλων; Κι ίσως τότε (ή κάποτε) συνειδητοποιήσουμε αναπάντεχα, πως η ευθύνη του εαυτού μας ήταν τελικά επαχθέστερο βάρος από την ευθύνη του διπλανού. Κι αν, όπως λέει ο Σαββόπουλος, «τα χρόνια τρέχουν χύμα κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα», τότε ίσως διαπιστώσουμε αίφνης πως το σχήμα που τους ταιριάζει καλύτερα μέσα μας, είναι οι κομψές φιγούρες των άλλων κι όχι οι πολλαπλές εκδοχές του ανοικονόμητου εαυτού μας.

Posted in Εσώ-λογοι | 2 Comments

Το καρτούν κι ο ποιητής

%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%b9%cf%8c%cf%84%cf%85%cf%80%ce%bf-2016-11-12-5-38-50-%cf%80%ce%bc

Ο Ντόναλντ είναι καρτούν («Ντάναλντ» το προφέρουν οι όμοιοί του). Όπως κάθε καρτούν, ζει στην παρδαλή επιφανειακότητα˙ χάρτινη αυτή, χάρτινος κι αυτός. Το τσαλάκωμα, το μουντζούρωμα και η βραχυβιότητα της φθοράς είναι τα βασικά του ιδιώματα.

Ο Ντόναλντ είναι καρτούν. Μιλάει σαν καρτούν, χειρονομεί σαν καρτούν, είναι πολύχρωμος σαν καρτούν. Ζει στην αβαθή επιφάνεια. Δεν υπάρχει τίποτα παραμέσα. Οι γυναίκα του δανείζεται λέξεις για να μιλήσει, το σπίτι του είναι ορθάνοιχτο στην αδηφάγα περιέργεια κάθε ανθρώπινου βλέμματος του πλανήτη: κιτς χλιδή, κακόγουστη χρυσούρα και πολλά στο «πολύ». Στραφταλίζουν όλα το κενό, το τίποτα. Δεν υπάρχει μέσα. Όλα είναι έξω, όλα είναι ορατά κι εξαντλούνται σ’ αυτό που φαίνεται. Γι’ αυτό και χυδαιολογεί, συγκρούεται, επιτίθεται, βρίζει, μισεί, προσβάλλει και αδιαφορεί: οι επιθυμίες του είναι αδρές, ανεπεξέργαστες, κατακερματισμένες και σπασμωδικές. Καμία εσωτερικότητα δεν τους έχει δοθεί, κανένα «μέσα» δεν τις επεξεργάστηκε ποτέ, κανένα σύνολο δεν τις συμπεριέλαβε, ούτε επιχείρησε να τις εναρμονίσει στους κόλπους του. Το εσωτερικό του καρτούν είναι όλο κι όλο η συσκευασία του.

Ο Ντόναλντ μόλις ήρθε. Όχι τυχαία. Στο πρόσωπό του μοιάζει πως εκπροσωπείται η σύγχρονη παρακμή του δυτικού ανθρώπου. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτα παραπέρα από τα παντοδύναμα, δαιμονικά «θέλω», τα «θέλω» της βουλιμικής κατανάλωσης, της ασύδοτης επιτακτικότητας, των αχαλίνωτων ενστίκτων. Προς χρήση και κτήση καθετί – οι άνθρωποι, η ύλη, οι θέσεις, οι σχέσεις, η καταξίωση. Και το χρήμα, θεός. Αν ξύσεις το καρτούν στη χάρτινη επιφάνεια, στο νύχι σου θα μείνει λάσπη…

Ο Ντόναλντ είναι καρτούν και μόλις ήρθε.

Ο Λέοναρντ είναι ποιητής – «ήταν» πρέπει να πω κι ας πονάει αυτός ο χρόνος. Μιλούσε σαν ποιητής, τραγουδούσε σαν ποιητής, ζούσε σαν ποιητής. Τα τραγούδια του ήταν φερμένα από άλλους τόπους και άλλα βάθη.

Βάθη! Αυτή είναι η λέξη. Διότι ο Λέοναρντ ζούσε μόνο στην εσωτερικότητά του. Καθετί έξω από αυτή έμοιαζε να του είναι ξένο: όχι μόνο στους στίχους του˙ τις συνεντεύξεις του αν δει κανείς, μοιάζει πως ο άνθρωπος αυτός ερχόταν από «μέσα» – δεν διέθετε άλλο τόπο από την ανυποχώρητη εσωτερικότητά του, και δεν είχε άλλο τρόπο να την επικοινωνήσει, πέρα από τον τρόπο της ποίησης.

Ο Λέοναρντ ήταν ένας απόλυτα δυτικός άνθρωπος. Έζησε την ατομικότητά του στο σώμα του και ο εαυτός του πάλευε να γίνει εαυτός. Ήταν αυτόνομος, ελεύθερος και δυστυχής. Μα αυτός ο τύπος δυτικού ανθρώπου ήξερε να συνομιλεί με τις μεγάλες παραδόσεις του παρελθόντος: ο εβραϊσμός, η χριστιανικότητα, ο ζεν βουδισμός… Γνωρίστηκε άραγε μαζί τους ως new age τριπάκιας, ή βαθύτερα; Κατά δήλωσή του, δεν εξελάμβανε τον εαυτό του ως «a religious person» – ήταν ένας απόλυτα δυτικός άνθρωπος. Ποιος ξέρει… Σίγουρα πάντως προσέγγισε το καθετί με τον τρόπο της ποίησης, δηλαδή της καλλέργειας και της απέραντα ευγενικής και σεβαστικής εσωτερικότητας. Κι αυτό, για έναν δυτικό, είναι ο πιο κοντινός τρόπος στην αυθεντικότητα του έσω ανθρώπου.

Από τη διακριτική του παρουσία, από τις φυγές και τις επανόδους του, μέχρι τη σπηλαιώδη του φωνή (στα στερνά), όλα μαρτυρούσαν (ακόμα και σωματικά) έναν άνθρωπο εσωτερικό, βαθιά πνευματικό. Βυθίστηκε μέσα του, βυθίστηκε στις μεγάλες πνευματικές παραδόσεις –παραδομένος κι αυτός– για να κολυμπήσει, να πλυθεί ή να πνιγεί. Κολύμπησε αχόρταγα. Μα αν πλύθηκε ή αν πνίγηκε, δεν πρέπει να έμαθε ποτέ – ήταν δυτικός άνθρωπος. Από μια πάστα δυτικού, που σήμερα εκλείπει…

Ο Λέοναρντ ήταν ποιητής και μόλις έφυγε. Ο Ντόναλντ ήρθε. Μα έχουν κάτι κοινό αυτοί οι δύο: με τη φυγή του πρώτου και τον ερχομό του δεύτερου, ο κόσμος μας αίφνης λιγόστεψε…

Posted in Εσώ-λογοι, Εκεί που 'ναι κι οι άλλοι… | Leave a comment

Εμείς οι θνητοί, εμείς οι φτωχοί…

%cf%87%ce%ad%cf%81%ce%b9%ce%b1-%ce%b1%ce%b4%ce%b5%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%acΤον Αύγουστο διάβασα, μεταξύ άλλων, το βιβλίο του Ατούλ Γκαουάντε, Εμείς οι θνητοί (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Ο Ατούλ Γκαουάντε είναι καθηγητής στην ιατρική σχολή του Χάρβαρντ. Με το βιβλίο του αυτό καταθέτει έναν ενδιαφέροντα αυτοκριτικό στοχασμό γύρω από το πώς αντιμετωπίζει τον θάνατο και το θνήσκειν η σύγχρονη ιατρική επιστήμη και κατ’ επέκταση ο πολιτισμός μας. Κατά τη γνώμη του συγγραφέα, ο δυτικός κόσμος πρέπει να πάψει να βλέπει τον θάνατο κι ό,τι αμέσως προηγείται αυτού, ως μια ασθένεια που πρέπει να γιατρευτεί –η μάχη είναι χαμένη εκ προοιμίου– και να τον αντιμετωπίσει ως αυτό που είναι: ένα στάδιο της ζωής (το τελευταίο) με τις δικές του συνθήκες, απαιτήσεις και προϋποθέσεις.

Το βιβλίο είναι αρκετά καλό. Δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη γηριατρική, τη φροντίδα ασθενών τελικού σταδίου, κι η γραφή του είναι ρέουσα, διανθισμένη με δεκάδες παραδείγματα και ιατρικές περιπτώσεις. Οι  σκέψεις του συγγραφέα εκπέμπουν μια γήινη ανθρωπιά, δίχως περιττές εξάρσεις και υπερβολές. Ο προβληματισμός γύρω από την ευθανασία δεν υπάρχει στο βιβλίο ρητά, αλλά γεννιέται αθέλητα στο μυαλό του αναγνώστη (τουλάχιστον ως προς την παθητική εκδοχή της). Εντούτοις, ο συγγραφέας δεν εκτρέπεται προς την ευκολία της λεγόμενης “ενεργητικής ευθανασίας” (δεν μιλά καθόλου γι’ αυτή, θετικά ή αρνητικά), αλλά αντίθετα υποσκάπτει μάλλον υπόρρητα (και ακούσια εικάζω) τις προϋποθέσεις της, αφού με όσα γράφει μοιάζει να αμφισβητεί το βασικό αφήγημά της: πως “αξιοπρεπής” είναι εκείνος ο άνθρωπος που είναι υγιής και δυνατός.

Κι εντούτοις, έκλεισα το βιβλίο με μια αίσθηση μελαγχολίας. Όχι αόριστης. Ήξερα πολύ καλά τι ήταν αυτό που με μελαγχολούσε – και δεν ήταν τα άπειρα παραδείγματα θανάτων, βασανιστικών ασθενειών, αποτυχημένων επεμβάσεων κοκ. Άλλο πράγμα με πλάκωνε.

Ο Ατούλ Γκαουάντε μοιάζει άνθρωπος ιδιαίτερα ευφυής και καλλιεργημένος. Κι επιπλέον, είναι καθηγητής στο Χάρβαρντ, στο καλύτερο ίσως πανεπιστήμιο του κόσμου. Δεν γράφει φιλοσοφία –ζει τάχα η φιλοσοφία στον δυτικό κόσμο;– αλλά καταπιάνεται με ένα κατ’ εξοχήν φιλοσοφικό θέμα από τη σκοπιά εκείνου του ανθρώπου, που είναι ζυμωμένος όχι τόσο με τη θεωρία, όσο με τις εμπράγματες συνθήκες του καθημέραν βίου. Δεν κάνει θεωρία της επιστήμης ή του τεχνολογικού πολιτισμού, αλλά μιλά με την εμπειρία της εφαρμογής τους στη ζωή του σημερινού ανθρώπου. Με βάση όλα αυτά, το βιβλίο του Γκαουάντε είναι μια άριστη ευκαιρία κατόπτευσης του εσωτερικού χώρου του δυτικού πολιτισμού – αν δεν μπορεί να σου προσφέρει μια τέτοια κατόπτευση στον δυτικό πολιτισμό ένα πολύ δυνατό μυαλό, που ζει και εργάζεται σ’ ένα πολύ δυνατό πανεπιστήμιο και γράφει για ένα τόσο δυνατό θέμα, τότε ποιος ή τι μπορεί να σου την προσφέρει; Και κλείνεις το βιβλίο στην τελευταία του σελίδα, με μια βαθιά μελαγχολία: πόσο φτωχός είναι τελικά στις εσωτερικές του περιοχές ο δυτικός πολιτισμός! Πόσο χαμηλωμένο το ταβάνι του, πόσο λίγο το νερό που προσφέρει στην βαθύτερη δίψα του ανθρώπου! Δηλαδή, αυτά είναι όλα κι όλα όσα μπορεί να πει ο σύγχρονος άνθρωπος (στην καλύτερη, την πιο “σοφιστικέ” εκδοχή του) για τον θάνατο;

Δεν είμαι απ’ αυτούς που “σνομπάρουν” τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό. Αντίθετα, βλέπω με ιδιαίτερο σκεπτικισμό και καχυποψία κάθε νοσταλγία του παρελθόντος. Αλλά δεν μπορεί κανείς να μην αναγνωρίσει πως από τότε που ο δυτικός άνθρωπος εξόρισε κάθε μεταφυσική από τον στοχασμό του, η ζωή του φτώχυνε σε νοήματα, η φιλοσοφία του στέρεψε, ο ορίζοντάς του έγινε πιο στενός και το ταβάνι της ύπαρξης χαμήλωσε από πάνω του. Είπα παραπάνω πως, διαβάζοντας τον Γκαουάντε, νιώθεις μια γήινη ανθρωπιά διάχυτη στις σελίδες του βιβλίου. Κι εντούτοις, δεν μπορεί συνάμα να μην αναγνωρίσει κανείς πως αυτή η ανθρωπιά είναι πολύ μοναξιασμένη, πολύ σκυφτή, πολύ αποστραγγισμένη. Είναι ψηλαφητό αυτό το έλλειμμα – όχι στη εξωτερική επιφάνεια του βιβλίου, αλλά στον καμβά του, στις ανομολόγητες προϋποθέσεις του, σ’ αυτό που διαφαίνεται πίσω από τα λόγια. Αν πάρει κανείς να διαβάσει τα καλύτερα γραπτά μνημεία από εκείνες τις εποχές που οι άνθρωποι χωρούσαν στον στοχασμό τους τη μεταφυσική, θα διαπιστώσει πως η ανθρωπιά τους ήταν πιο πλατιά, πιο ευρύχωρη και λιγότερο μόνη. Ο θάνατος δεν ήταν το αδιέξοδο όριό της και δεν τη στοίχειωνε το μηδέν. Αν δεν υπάρχει κάτι “εκεί έξω”, που να μπορεί να δώσει νόημα, σκοπό και πλούτο σ’ αυτή την αδυσώπητη ενθαδικότητα, τότε ναι, το νόημα όλο κι όλο με το οποίο μπορεί ο άνθρωπος να προικίσει τα στερνά της ζωής του, ενδέχεται να είναι απλώς η απόλαυση μιας σοκολάτας ή ένας αγώνας μπέιζμπωλ…

Σήμερα ζούμε καλύτερα (αν αυτό σημαίνει πιο πλούσια) από κάθε άλλη εποχή. Πεθαίνουμε όμως πιο φτωχοί. Είναι μάλλον κοινότοπη αυτή η σκέψη. Αλλά η διαπίστωση της κοινοτοπίας της, δεν μειώνει δυστυχώς σε τίποτα τη μελαγχολία που σου γεννά…

Posted in Εκεί που 'ναι κι οι άλλοι…, Περιτεχνολόγιο… | Leave a comment

Πεπρωμένη νύχτα

Για το βιβλίοpek του Σταύρου Ζουμπουλάκη, «Ο στεναγμός των πενήτων. Δοκίμια για τον Παπαδιαμάντη»

Ο κόσμος αρχίζει να υπάρχει από τη στιγμή που γίνεται λόγια. Δεν αναφέρομαι στον αρχέγονο συμβολισμό της θείας δημιουργικής προσταγής («εἶπεν ὁ Θεός… καὶ ἐγένετο»), αλλά στον ανθρώπινο στοχασμό –με λόγια στοχαζόμαστε– που προικίζει τη φαινόμενη ύλη με το νόημά της. Η ύλη και τα φαινόμενά της γίνονται κόσμος, κόσμημα, όταν ο άνθρωπος την ονοματίζει (όπως ο αρχέγονος Αδάμ) και της προσδίδει το νόημα και τον προορισμό της. Κάπως έτσι κι ο Παπαδιαμάντης βάζει τον κόσμο στο χαρτί. Κι αυτός γίνεται αίφνης και κόσμος δικός του: ο αντικειμενικός κόσμος όλων μας σαρκώνεται με τα δικά του λόγια και γίνεται συνάμα κόσμος διακριτός, κόσμος αποκλειστικά δικός του, που για να υπάρξει κι αυτός με τη σειρά του, έχει ανάγκη τα λόγια τα δικά μας˙ τα λόγια εκείνα που θα αποπειραθούν να ξεκλειδώσουν τα κρυφά περάσματά του και να μας ξεναγήσουν στις γωνιές του, τα λόγια εκείνα που θα δώσουν στον κόσμο του Παπαδιαμάντη το νόημά του – όχι μόνο εκείνο που ο ίδιος θέλησε ρητά ή υπόρρητα, αλλά κι αυτό που θα δούμε εμείς πάνω του, για να πλάσουμε κι εμείς με τη σειρά μας τον δικό μας κόσμο, και ούτω καθεξής. Οι απόπειρες αυτές δεν είναι απλώς λόγια πάνω στα λόγια, για να πληθαίνει η φλυαρία. Είναι αλλεπάλληλες προσπάθειες (πετυχημένες ή μη) να στήσουμε αυτί σε όσες περισσότερες μπορούμε από τις (άπειρες) αντηχήσεις αυτού του κόσμου. Κι όσο καλύτερος ο συγγραφέας, τόσο καλύτερο και το αποτέλεσμα. Είχαμε τον Παπαδιαμάντη να μας δείχνει τον κόσμο. Τώρα έχουμε και τον Ζουμπουλάκη να μας δείχνει τον παπαδιαμαντικό κόσμο και να φτιάχνει τον δικό του, για να μπορούμε κι εμείς να χτίσουμε πάνω στον δικό τους, ή να διαβούμε από μέσα τους προς τα βάθη του ενός κόσμου, αυτού που όλοι ζούμε και του οποίου τις αντηχήσεις παλεύουμε να αφουγκραστούμε.

Ήθελα να γράψω πέντε κουβέντες γι’ αυτό το βιβλίο, αλλά δεν ήξερα πώς. Η δυσκολία μου έγκειτο στο γεγονός ότι τα δοκίμια είναι ανόμοια μεταξύ τους και με ξεπερνούσαν. Κάποια στοχάζονται με λεπτότητα πάνω σε επιμέρους διηγήματα (Αδυσώπητη ζωή, Πεπρωμένη Νύχτα, Αναπάντεχα Χριστούγεννα κ.α.). Άλλα καταπιάνονται με ειδικότερα ζητήματα της μελέτης του παπαδιαμάντειου έργου, της φιλολογίας και της παραφιλολογίας του (Η εκκλησιαστική αρθρογραφία του Παπαδιαμάντη, Ο Παπαδιαμάντης κι ο μεγάλος κανόνας κ.α.). Άλλα μιλούν για τις ιδεολογικές προϋποθέσεις που καθόρισαν κάποιες αναγνώσεις του Παπαδιαμάντη (Παπαδιαμάντης και Δημαράς – το νόημα μιας απόρριψης, Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος και η Ορθόδοξη ερμηνευτική του Παπαδιαμάντη). Και τέλος, άλλα συζητούν το έργο του Σκιαθίτη είτε τοποθετώντας το στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο (Μυστική συνάντηση κορυφής, Τριανδρία), είτε πιθανολογώντας τι του μέλλεται, έτσι καθώς αποξενώνονται οι νέες γενιές από τη γλώσσα και το πολιτιστικό του πλαίσιο (Παπαδιαμάντης μεταφρασμένος «για παιδιά και νέους», Ο Παπαδιαμάντης από τα Ελληνικά στα Ελληνικά).

Δέκα έξι λοιπόν δοκίμια, ασύμμετρα μεταξύ τους. Πώς να μιλήσεις για το βιβλίο; Δεν έχω τις προϋποθέσεις να καταπιαστώ ξεχωριστά με την κάθε κατηγορία. Θα προτιμήσω λοιπόν να μιλήσω για το νοητό κέντρο βάρους του βιβλίου, για κείνο τον κοινό καμβά που βρίσκεται πίσω απ’ όλα τα δοκίμια, τα συνέχει και τους παρέχει την αξία τους: είναι η φωνή του δοκιμιογράφου, ο οποίος αναδεικνύεται ως «εξουσίαν έχων» απέναντι στο παπαδιαμαντικό έργο. Και διαθέτει αυτή την «εξουσία», την δέουσα επάρκεια, επειδή επιδεικνύει τρία βασικά χαρακτηριστικά: την ταπεινή φιλοπονία του ερευνητή, την πλήθουσα γνώση του φιλολόγου και τη διεισδυτική περιέργεια του (κατά Μ. Μπαχτίν) «στοχαστή». Θα εξηγήσω τι εννοώ, αλλά για να μη γίνει αυτό το σημείωμα ένα ατεκμηρίωτο «λιβάνισμα» του ΣΖ –δεν το έχει ανάγκη και σίγουρα όχι από μένα– θα το εξηγήσω συγκεκριμένα, παίρνοντας ως παράδειγμα ένα δοκίμιο του βιβλίου, όχι απαραιτήτως το καλύτερο, πάντως σίγουρα το περιεκτικότερο γι’ αυτό που θέλω να πω, ώστε να αναδείξω εν σμικρώ τα τρία αυτά ιδιώματα του ΣΖ., που διέπουν εν εκτάσει όλο το βιβλίο. Θα μιλήσω για την «Πεπρωμένη νύχτα» (αναφορά στο διήγημα «Ο ξεπεσμένος Δερβίσης»). Ενώ σε όλο το βιβλίο, τα τρία παραπάνω χαρακτηριστικά του ΣΖ υπάρχουν σε ποικίλες ποσοστώσεις (κάπου υπερτερεί ο στοχαστής, αλλού πιάνει το νήμα ο ερευνητής ή σε άλλο σημείο κανοναρχεί τον ρυθμό της γραφής η ευαισθησία του φιλολόγου κ.ο.κ.), στο συγκεκριμένο δοκίμιο διακρίνονται και τα τρία, ανάγλυφα και συμπυκνωμένα.

Ο Ξεπεσμένος δερβίσης του Παπαδιαμάντη είναι απλά μια εικόνα. Είναι η σχεδόν στατική περιγραφή μιας ανθρώπινης φιγούρας, ενός μουσουλμάνου (άγνωστο ποιος), που βρέθηκε στην παλιά Αθήνα (άγνωστο πώς) και διανυκτερεύει συνήθως, παίζοντας το νάι του, σ’ έναν καφενέ που ‘χει άδεια να μένει ανοιχτός ολονυχτίς. Ο συγγραφέας τον αποκαλεί «Ξεπεσμένο δερβίση». Είναι φιγούρα μυστική, σαν φάντασμα, «ἄστεγος, ἀνέστιος, φερέοικος». Ανταμώνει τον σαλεπτζή, τους νυχτερινούς γλεντζέδες, τους θαμώνες του καφενείου, αλλά είναι μόνος, σχεδόν σιωπηλός, σχεδόν απόκοσμος. Τόπος του διηγήματος είναι οι παρειές της Ακρόπολης, το Θησείο. Χρόνος είναι μία και μόνο νύχτα, τότε που μια σήραγγα εκεί δίπλα «ἐσκάπτετο, εἶχε σκαφῆ» ή (πιο κάτω) «ἐσκάπτετο, ἦτο σκαμμένη» [ακούγεται σαν μακρινό απήχημα του χρονικού ρυθμού του ευαγγελικού «έρχεται ώρα και νυν εστί» (Ιωάν. 5,25)]. Εκείνη τη νύχτα, τη μία νύχτα του διηγήματος, ο ξεπεσμένος δερβίσης θα βρει το καφενείο κλειστό. Το έχουν κλείσει για μία μόνο βραδιά οι τοπικές αρχές. Εκείνος δεν έχει πού να πάει και καταφεύγει στη μισοτελειωμένη σήραγγα για να βρει απάγκιο. Και μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, απ’ το βάθος της σήραγγας απλώνεται ο ήχος του νάι: «Νάϊ, νάϊ γλυκύ… Αὔρα, οὐρανός, ᾆσμα γλυκερόν… ὡς κελάρυσμα ρύακος εἰς τὸ ρεῦμα… Νάϊ, νάϊ… Κατὰ δύο κοκκίδας, διαφέρει διὰ νὰ εἶναι τὸ Ναί, ὁποὺ εἶπεν ὁ Χριστός… μελωδία ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον».

Αυτό είναι το διήγημα. Στο τέλος του, στο τέλος εκείνης της νύχτας, ο ξεπεσμένος δερβίσης εξαφανίζεται και χάνεται, έτσι απρόσμενα κι ανώνυμα καταπώς προέκυψε στα σοκάκια του Θησείου.

Ποιο το περιεχόμενο του διηγήματος; Ποιες οι βαθύτερες γωνιές του; Ο δοκιμιογράφος εντοπίζει αρχικά τον παπαδιαμάντειο χαρακτηρισμό «πεπρωμένη» για τη νύχτα. Είναι χαρακτηρισμός που απαντάει τρεις φορές στο διήγημα και καμία άλλη στο παπαδιαμαντικό corpus. Τι να σημαίνει; Ο δοκιμιογράφος παραπέμπει στην 97η σούρα του Κορανίου, με τίτλο «Το Πεπρωμένο». Άραγε η ομοιότης είναι τυχαία; Όχι. Ο ερευνητής παίρνει θέση και προσκομίζει επιχειρήματα: μπορεί η μετάφραση του Κορανίου (του Γ.Ι. Πεντάκη), που κυκλοφορούσε στα χρόνια του Παπαδιαμάντη, να μη χρησιμοποιεί τη λέξη «πεπρωμένο» για τη Σούρα 97, αλλά ο Παπαδιαμάντης δεν έχει υπόψη του εκείνη τη μετάφραση (αυτό αποδεικνύεται απ’ το ότι σε άλλο διήγημά του, ο Παπαδιαμάντης δεν χρησιμοποιεί τη μετάφραση του Πεντάκη). Κατά πάσα πιθανότητα, ο Παπαδιαμάντης, ως γλωσσομαθής, έχει υπόψη του κάποια αγγλική ή γαλλική μετάφραση του Κορανίου. Κατόπιν, ο δοκιμιογράφος θέτει το ερώτημα: είναι η «πεπρωμένη νύξ» του διηγήματος, η κορύφωση του μουσουλμανικού ραμαζανιού; Και απαντά: Όχι. «Ο ιστορικός χρόνος του “Ξεπεσμένου δερβίση” είναι το 1895. Η σήραγγα που “εσκάπτετο, είχε σκαφή” , είναι η σήραγγα του σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς, οι γραμμές του οποίου προεκτάθηκαν από τον μοναδικό σταθμό του Θησείου μέχρι την Ομόνοια, με ενδιάμεσο σταθμό το Μοναστηράκι, και η οποία άρχισε να λειτουργεί τον Μάιο του 1895. Το Ραμαζάνι εκείνη τη χρονιά έπεφτε τον Μάρτιο του δικού μας ημερολογίου ενώ ο χρόνος του διηγήματος είναι Φθινόπωρο…».

Ανέφερα όλες αυτές τις πραγματολογικές παρατηρήσεις, που προσκομίζει ο δοκιμιογράφος, για να αποδείξω αυτό που είπα παραπάνω: ο ΣΖ δεξιώνεται με ταπείνωση την κοπιώδη δουλειά του ερευνητή και θεμελιώνει το δοκίμιό του με φιλολογικούς αρμούς επιδέξιας μαστορικής. Το δοκίμιό του δεν είναι «ποιητικορητορείες», δεν είναι αέρας ή αστήρικτες κουβέντες. Είναι δεξίωση του συγκεκριμένου, που προκύπτει με κόπο. Η εμπράγματη ιδιότητα του φίλεργου ερευνητή και του λόγιου φιλολόγου είναι που απομακρύνει τον συγκεκριμένο δοκιμιογράφο από τη μεγαλαυχία του εστέτ διανοουμένου και τον βάζει να συστοιχίζεται με κείνα τα ταπεινά «μυρμήγκια που σκάβουν στου κόσμου το ρήμαγμα», όπως λέει ένα σύγχρονο τραγούδι, για να προκύψει, καταπώς αναφέρει κάπου ο Μπωντλαίρ (το παραθέτει σε άλλο σημείο ο ΣΖ.), η «τρύπα [η] σκαμμένη από γενιές μυρμηγκιών» (σελ. 21, όπου και η παραπομπή), δηλαδή όλο εκείνο το αντιφέγγισμα από το βάθος του κόσμου, που συνιστά το νόημά του και την αξία του.

Αλλά ακόμα κι αν κάποιος ισχυριστεί πως απλώς εικάζω τέτοιες δεξιότητες στον ΣΖ, δεδομένου ότι ο δοκιμιογράφος ενδέχεται να ερανίζεται τις πραγματολογικές του παρατηρήσεις από άλλους ερευνητές και φιλολόγους κι όχι από προσωπικό μόχθο –σάμπως μικρή δουλειά έχει γίνει πάνω στο έργο του Παπαδιαμάντη μέχρι σήμερα;– εγώ θα αντέτεινα ότι ακόμα κι έτσι να είναι (που δεν είναι, διότι ένας έμπειρος αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τα δάνεια από τους κόπους στις υποσέλιδες παραπομπές), το μείζον χάρισμα του δοκιμιογράφου δεν προκύπτει από τις πραγματολογικές παρατηρήσεις, δεν βρίσκεται εκεί. Το μείζον χάρισμα του συγκεκριμένου δοκιμιογράφου βρίσκεται στη λογιοσύνη του, στο βάθος και την ευρύτητα του στοχασμού του. Θα γίνω κι επ᾽ αυτού συγκεκριμένος.

Ο ΣΖ θέτει το ερώτημα: «Τι είναι εκείνο που έχει η νύχτα του “Ξεπεσμένου Δερβίση”, ώστε να μπορεί να αποκληθεί πεπρωμένη», ενώ φαινομενικά είναι μια νύχτα σαν όλες τις άλλες, δίχως τίποτα το σημαντικό; «Έχει κάτι ιερό», απαντά, «κάτι εκστατικό, κάτι αποκαλυπτικό». Ο ήχος του νάι «μελωδεί εναρμονίως το Ναι του Χριστού». Ο Παπαδιαμάντης εξάλλου το επισημαίνει ξεκάθαρα, «Κατὰ δύο κοκκίδας, διαφέρει διὰ νὰ εἶναι τὸ Ναἰ, ὁποὺ εἶπεν ὁ Χριστός». Ο ΣΖ μάς προσκομίζει την παραπομπή: «ὁ γὰρ τοῦ Θεοῦ υἱὸς Ἰησοῦς Χριστὸς… οὐκ ἐγένετο ναὶ καὶ οὔ, ἀλλὰ ναὶ ἐν αὐτῷ γέγονεν· ὅσαι γὰρ ἐπαγγελίαι Θεοῦ, ἐν αὐτῷ τὸ ναί…» (2 Κορ. 1, 19-20). Αλλά όχι μόνον αυτό. Ο ΣΖ μάς εξηγεί και το τί είναι αυτό το Ναι, αντλώντας από τις τέσσερις ταλμουδικές μελέτες του Εμμανουήλ Λεβινάς: είναι «η πρώτη λέξη, αυτή που καθιστά δυνατές όλες τις άλλες, μέχρι και το όχι της αρνητικότητας και το “ενδιάμεσο” που είναι “ο πειρασμός του πειρασμού”, είναι ένα ναι άνευ όρων. Άνευ όρων σίγουρα αλλά όχι αφελές. […] Πρόκειται για ένα ναι αρχαιότερο από την αφελή αυθορμησία». Και συνεχίζει τον συλλογισμό ο ίδιος ο ΣΖ: «Πρόκειται για το ναι της ευθύνης και της τιμιότητας… πρόκειται τελικά για το απροϋπόθετο και απεριόριστο ναι της ευθύνης για τον άλλο, η οποία προηγείται της ελευθερίας και την υπερβαίνει».

Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Έχουμε τον Παπαδιαμάντη, που, για να μιλήσει για την εκστατική ιερότητα μιας νύχτας μυστικής, μάς μιλά για το νάι και την «στενὴν συγγένειαν μὲ τὰς ἀρχαίας ἁρμονίας, τὰς φρυγιστί καὶ λυδιστί», και συνάμα για το Ναι του Χριστού, παραπέμποντάς μας στις προσλαμβάνουσες της χριστιανικής παράδοσης, και τέλος, πίσω από την «πεπρωμένη νύχτα», μάς κρύβει και κάτι άλλο. Ο ΣΖ παίρνει τη σκυτάλη, ξεκλειδώνει αυτό το κάτι άλλο και μας αποκαλύπτει πως ο Σκιαθίτης λογοτέχνης αντλεί κι από τις προσλαμβάνουσες μιας άλλης μεγάλης παράδοσης, της μουσουλμανικής: «Οι άγγελοι και το Πνεύμα κατέρχονται τη νύχτα αυτή, με την ευλογία του Κυρίου, και κομίζουν τις εντολές» (Κοράνι, Σούρα 97,4). Κι επιπλέον, ο δοκιμιογράφος έρχεται να στοιβάξει και το δικό του λιθάρι πάνω σ’ όλα αυτά: προσκομίζει μιαν εξήγηση γι’ αυτές τις «εντολές», φερμένη από μια τρίτη μεγάλη παράδοση, την ταλμουδική εξηγητική παράδοση του Εβραϊσμού και μάλιστα στις νεωτερικές της αναγνώσεις. Χριστιανισμός, λοιπόν, Μουσουλμανισμός και Ιουδαϊσμός. Οι τρείς ιερές παραδόσεις του μονοθεϊστικού κόσμου: όλες οι αρχέγονες ενατενίσεις περί ανθρώπου, κόσμου και Θεού, σε ένα δοκίμιο, σε λίγες σελίδες, που συμπυκνώνουν τα πάντα, ανοίγουν διάπλατα τον «Ξεπεσμένο δερβίση» και μας εξακοντίζουν στα βάθη της προαιώνιας σοφίας. Αίφνης, ο μοναξιασμένος δερβίσης ενός διηγήματος, ο πλάνης, ο άστεγος, ο σιωπηλός, γίνεται σύμβολο της ανθρώπινης περατότητας, σύμβολο της επίγειας συνθήκης, και το νήμα του συμβόλου σκίζεται, μέσα από ένα δοκίμιο, σε αδιόρατες κλωστές για ν’ ακροβολιστεί μέχρι τα απέραντα βάθη των ανθρώπινων παραδόσεων και των συμφραζομένων τους, και να μας ενώσει μαζί τους. Να γιατί είπα στην αρχή πως τα πετυχημένα λόγια πάνω στα λόγια, μάς βάζουν να στήνουμε αυτί στις αντηχήσεις που ‘χει στα σπλάχνα του κρυμμένες το αρχέγονο σπήλαιο αυτού του κόσμου. Και να γιατί χρειάζεται βάθος ικανού στοχασμού για να μπορέσεις να διαγνώσεις στον Παπαδιαμάντη και να φανερώσεις μέσα απ’ αυτόν «φωνή υδάτων πολλών». Κι ο ΣΖ το διαθέτει αυτό το βάθος. Ξεκλειδώνει τον κόσμο του Παπαδιαμάντη, με την επιμονή του ερευνητικού μόχθου, φανερώνει τα μυστικά του με το διεισδυτικό βλέμμα του έμπειρου φιλολόγου, και χτίζει πάνω σ’ αυτά τον ολόδικό του κόσμο, με την ευρύτητα εκείνη που ‘χει για χνάρι του κάθε αποδεδειγμένα εμβριθής στοχαστής. Με άλλα λόγια, ο δοκιμιογράφος αναμετριέται με τον λογοτέχνη, σεβαστικά και άφοβα˙ αναμετριέται μαζί του ως «εξουσίαν έχων»…

Ελπίζω να κατάφερα να εξηγήσω επαρκώς τους αρχικούς μου ισχυρισμούς. Και δεν νιώθω διόλου την ανάγκη να απολογηθώ για τον υπερθετικό βαθμό των χαρακτηρισμών μου˙ ανήκω σ’ αυτούς που πιστεύουν πως, αν είναι ν᾽ ανοίξεις το στόμα σου για να μιλήσεις για κάποιο πόνημα της ανθρώπινης δημιουργικότητας, τότε κάντο μόνο αν αυτό σε έχει ενθουσιάσει επαρκώς. Ειδάλλως, γιατί να σπαταλάς τον χρόνο των αναγνωστών;

Posted in Περιτεχνολόγιο… | 1 Comment

Ο εσωτερικός εχθρός

pegasus_LARGE_t_242261_54492775

πηγή: thetravelbook.gr

Ο γιος μου είναι πεντέμιση ετών. Στο νηπιαγωγείο. Τη Μεγάλη Παρασκευή, στην ακολουθία του επιταφίου, τον είχα στον ναό, κατάχαμα καθισμένο σε μια γωνιά, μαζί με τη μικρή του αδερφή, να ζωγραφίζει σε κάτι μπλοκ που τους είχαμε δώσει. Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα εκείνου του πανέμορφου «Δος μοι τούτον τον ξένον». Οι ψάλτες το έψαλλαν ως εξής: ο ένας κανοναρχούσε τους στίχους σε νεοελληνική μετάφραση κι ο άλλος τους έψελνε στην αρχαία. «Δώσε μου εκείνο τον ξένο…».

Λίγο μετά βγήκαμε για την περιφορά. Η διαδρομή ήταν μεγάλη, τα παιδιά κουράστηκαν, νύσταξαν. Γυρίσαμε στην Εκκλησία κατά τις δέκα το βράδυ. Εκεί απέξω στα σκαλιά, ο ιερέας διάβασε και πάλι σε νεοελληνική μετάφραση (μια εξαιρετική μετάφραση) την προφητεία του Ιεζεκιήλ, για την κοιλάδα των ξηρών οστών. Σ’ αυτές τις δύο μόνο στιγμές παρεισέφρυσε η Νεοελληνική στη συγκεκριμένη λατρευτική περίσταση.

Την επόμενη μέρα, το μεσημέρι, ο γιος μου ζωγράφιζε πάλι στο τραπέζι της κουζίνας. Εκεί κάπου, μονολογώντας, τον άκουσα να λέει «Δώσε μου εκείνο τον ξένο…». Λίγο μετά ήρθε και με βρήκε στο γραφείο μου: «Μπαμπά», με ρώτησε, «Τι ήταν εκείνο που είπε χθες ο πατηρ Α. για την πεδιάδα με τα ξερά κόκκαλα, που πήραν σάρκες και νεύρα και δέρμα και γίναν άνθρωποι;». Με έβαλε να του διηγηθώ εξαρχής την προφητεία και με κοίταγε με τα παιδικά του μάτια ορθάνοιχτα από έκπληξη και περιέργεια. Του μίλησα κάποια στιγμή για τα «νεκρά κόκκαλα»… «Όχι», με διόρθωσε, «ξερά κόκκαλα»…

Είχε ακούσει όλη την ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής ζωγραφίζοντας και χαζολογώντας σε μια γωνιά. Είχε κουραστεί κι είχε νυστάξει. Όμως, την επόμενη ημέρα φάνηκε πως ό,τι ακουγόταν στον ναό, γινόταν και δικό του άκουσμα, χωρίς απαραιτήτως να είναι ο ίδιος προσηλωμένος σ’ αυτό. Ακόμα κι όταν δεν πρόσεχε, το αυτί του προσελάμβανε. Κι όταν ήρθε η ώρα της ανάκλησης, η ώρα να αναδυθούν από μέσα του αυτά που είδε και άκουσε, δηλαδή η εμπειρία του παρελθόντος, ο νους του στάθηκε μονάχα σε κείνα τα δύο κομμάτια που μίλησαν στην καρδιά του˙ και μίλησαν στην καρδιά του γιατί μίλησαν τη γλώσσα της καρδιά του, τη γλώσσα που πρωτοάκουσε απ’ τη μάνα του στην κούνια – μ’ αυτή τον νανούρισε, μ’ αυτή του γλυκομίλησε. Οι άνθρωποι μεγαλώνοντας μαθαίνουμε πολλές γλώσσες. Μία όμως είναι η «μητρική» μας κι αυτή είναι που μιλάει ευθεία στην καρδιά μας.

Σκέφτομαι πως τα παιδιά μου θα τα ‘χω δίπλα μου στην εκκλησία μέχρι την εφηβεία τους. Μπορεί και μετά ή μπορεί και όχι, ποιος ξέρει – εκεί προς την εφηβεία, τα παιδιά αρχίζουν να παίρνουν τον δικό τους δρόμο και να κάνουν τις δικές τους επιλογές. Μέχρι τότε όμως, θα ακολουθούν καταπόδας τα βήματά μας προς τον ναό. Σε κάθε λειτουργία, σε κάθε ακολουθία, σε κάθε λατρευτική περίσταση. Και σκέφτομαι πως αν μέσα στον ναό ακούγονταν πολλά στη νεοελληνική γλώσσα (όχι όλα, δεν γίνεται όλα, ούτε πρέπει), τότε τα παιδιά μου θα είχαν την ευκαιρία για 13-15 χρόνια να ακουν αδιάλειπτα ζωντανή θεολογία. Δεν θα χρειαζόταν τίποτα να τους πούμε εμείς. Θα άκουγαν, θα θαύμαζαν, θα ρώταγαν από μόνα τους. Η μητρική τους γλώσσα θα φρόντιζε να οδηγεί έννοιες, εικόνες, αισθήματα και παραβολές στον κρυφό χώρο της καρδιάς τους. Κι όλοι ξέρουμε τι σημαίνει να ‘χει ο άνθρωπος από παιδί κάποια πολύτιμα πράγματα κλειδωμένα στην καρδιά του…

Αλλά η ορθόδοξη εκκλησία δεν θέλει καν να ακούσει για μετάφραση στη λατρεία. Όπως κάποτε δεν ήθελε επίσης να διανοηθεί μετάφραση της Βίβλου. [Σκοτώθηκαν άνθρωποι στα «Ευαγγελικά», στα επεισόδια που προκάλεσε η σύγκρουση για τη μετάφραση της Βίβλου, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Κι η σύγκρουση εκείνη τελείωσε με «νίκη» των αρνητών της μετάφρασης… Τι τραγική ειρωνεία… Ποιος τους θυμάται σήμερα, που έχουμε πια το προνόμιο να διαβάζουμε τη Βίβλο στη γλώσσα μας;].

Κι ακόμα σκέφτομαι πως την Εκκλησία κανείς εξωτερικός εχθρός δεν μπόρεσε να τη λυγίσει, να κάνει το μήνυμά της να θολώσει, την αλήθεια της να σιγήσει ή να νοθευτεί. Ακόμα κι οι αυτοκράτορες που το προσπάθησαν, τσακίστηκαν πάνω στα βράχια της χριστιανικής ανθεκτικότητας. Αν όμως υπάρχει ένας έστω εχθρός που μπορεί να κάνει την Εκκλησία να λυγίσει, να πάψει να είναι αυτό που ήταν πάντα –ελπίδα και φως για τους ανθρώπους– τότε αυτός είμαστε εμείς οι χριστιανοί, ο εσωτερικός εχθρός. Εμείς έχουμε την ικανότητα να διαλύσουμε την Εκκλησία, να σβήσουμε τη φλόγα της, να την κάνουμε να γονατίσει και να παραδώσουμε την αλήθεια της στη λήθη και το σκοτάδι. Και την έχουμε αυτή τη δυνατότητα γιατί ο Χριστός μάς την εμπιστεύτηκε, μας όρισε διακονητές και επισκόπους της, ελεύθερους κατά πάντα, ελεύθερους ακόμα και να αρνηθούμε την αληθινή ζωή της, από οκνηρία ή ανία ή συνήθεια ή «ευσέβεια»˙ ευσέβεια στρεβλή, ικανή να βαλσαμώσει την αλήθεια σ’ ένα νεκρό εκμαγείο που καμώνεται την «παράδοση».

Δεν ξέρω πόσα πράγματα θα ευδοκήσει ο καλός Θεός να κερδίσουν τα παιδιά μου από τη λατρεία, σ’ αυτά τα κρίσιμα 13-15 χρόνια της παιδικής λατρευτικής τους ζωής. Ξέρω όμως πόσα τους στερεί και θα τους στερήσει ο εσωτερικός εχθρός. Χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι…

Posted in Κατόψεις… χριστιανικές! | 2 Comments

Σαπίλα ή αλάτι;

ΑμβρόσιοςΣπάνια επικαλούμαι τη θεολογική μου ιδιότητα. Δεν μου αρέσει να λέω ότι είμαι θεολόγος. Όχι γιατί δεν τιμώ τη θεολογία – το αντίθετο, την τιμώ τόσο, ώστε να μην την ευτελίζω ασύνετα πλάι στο όνομά μου. Και δεν είναι ότι μου αρέσουν εκείνα τα ευσεβοφανή που λένε διάφοροι συνάδελφοι ότι «μόνο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης κι ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός ήταν “θεολόγοι” (άντε κι ο Άγιος Συμεών…), όχι εμείς». Προσωπικά, αρνούμαι να αυτοπροσδιορίζομαι θεολόγος, διότι ο Θεός με αξίωσε να γνωρίσω πραγματικούς θεολόγους της εποχής μας, με γνώση και σπουδή, με διάκριση και κύρος, ανθρώπους που έχουν μελετήσει τη Βίβλο και την πατερική παράδοση κι έχουν μάθει να διακρίνουν την ουσία από το περίβλημά της.

Όμως, ας μου επιτραπεί τούτη την ώρα να επικαλεστώ τη θεολογική μου ιδιότητα, αν και, εν προκειμένω, η απλή ιδιότητα του χριστιανού μπορεί και να επαρκεί για ό,τι θέλω να πω. Δείτε, παρακαλώ, το εξής βιντεάκι (από το 6:20 και μετά). Είναι ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας που μιλά.

Αν η θεολογική μου ιδιότητα ή η ιδιότητα του χριστιανού μού προσδίδει κάποια ευθύνη˙ αν μας επιφορτίζουν κάποιο χρέος τα λόγια του αποστόλου Παύλου στην Α´ Προς Κορινθίους επιστολή (5,12-13)˙ αν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να κρατήσουμε ανόθευτη τη μαρτυρία της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο˙ αν έχει νόημα να διακρίνουμε τι ίσταται και τι καταπίπτει μέσα στην «αυλή» μας, την αυλή της Εκκλησίας˙ αν υπάρχει λόγος να διατηρούμε τα εσωτερικά μας αντανακλαστικά σε εγρήγορση και τα κριτήριά μας καθαρά˙ αν, τέλος, έχουν την παραμικρή αξία τα λόγια μου, συγχωρέστε μου να το πω με όση δύναμη διαθέτω: ο άνθρωπος που είδατε στο παραπάνω βιντεάκι, ΔΕΝ είναι χριστιανός ποιμένας. Δεν τον εξαιρώ εγώ από αυτή του την ιδιότητα. Είναι τα ίδια του τα λόγια που τον εξαιρούν. Μην μπερδεύεστε από το γεγονός ότι κατέχει μητροπολιτικό θώκο – δεν είναι τα ράσα που κάνουν τον παπά. Ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας έχει de facto εκπέσει από τη χαρισματική του διακονία, έχει de facto απωλέσει το δικαίωμα να ονομάζεται χριστιανός ποιμένας. Αν υπάρχει Ιερά Σύνοδος, αν λειτουργούν τα αρμόδια θεσμικά όργανα, θα τον εγκαλέσουν και τυπικά για τη δημόσια αυτή τοποθέτησή του (που έγινε μάλιστα εν πλήρη αρχιερατική περιβολή, σε λατρευτική περίσταση!). Αλλά αυτό μόνο επικυρωτική σημασία θα έχει – για όλους εμάς, που θέλουμε να ασκούμαστε μέσα στον στίβο της Εκκλησίας, ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας έχει χάσει κάθε νομιμοποίηση στα μάτια μας και η θεσμική επιβεβαίωση αυτής της πραγματικότητας έχει καθαρά τυπικό χαρακτήρα.

Δεν είναι η αντιπάθειά μου προς το πρόσωπο του ταλαίπωρου ανδρός, η αιτία όσων γράφω εδώ. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα του λάθους και το περιθώριο της μετάνοιας. Και η Εκκλησία χωρεί και συγχωρεί τα πάντα. Αλλά τίποτα από αυτά δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα στην Εκκλησία, αν χάσουμε τη δυνατότητά μας να ξεχωρίζουμε τι αληθεύει μέσα στο σπιτικό μας και τι νοθεύει την αλήθεια του. Έχει σημασία να καταλάβουμε πως αν αφήσουμε και αυτή την παρεκτροπή του Αιγιαλείας – μία μέσα στις πολλές– να περάσει δίχως να τη στιγματίσουμε εμφατικά, τότε αφήνουμε τα κριτήριά μας να θολώνουν: τι αποτελεί άγιο και τι εφάμαρτο τελικά; Ποιο λάθος είναι απλώς πταίσμα και ποιο έγκλημα; Ποια δήλωση, ποια πράξη αμαυρώνει τη μαρτυρία της Εκκλησίας και ποια την αναδεικνύει απαστράπτουσα; Ποιος χριστιανός παραπλανά τους ανθρώπους και ποιος τους βοηθά να βρουν τον Χριστό; Αν δεν διακρίνουμε αυτά τα πράγματα, τότε η χριστιανική βιοτή γίνεται άλλος ένας θολός πολτός, ανάμεσα στις τόσες ζωές που προτείνει ο σύγχρονος κόσμος. Οι χριστιανοί καταλάβαιναν πάντα την αποστολή τους στον κόσμο ως «άλας» (Ματθ. 5,13), ως αλάτι που αρταίνει την ανθρώπινη ζωή, όχι μόνο δίνοντάς της τη νοστιμιά του νοήματος αλλά και κρατώντας μακριά (όπως το αλάτι στα αποθηκευμένα τρόφιμα) κάθε σαπίλα. Αν οι χριστιανοί εύχονται τη σαπίλα των άλλων και θέλουν αυτή να σκορπούν, αντί να την κρατούν μακριά, πολύ απλά δεν είναι χριστιανοί. Κι αν μπερδέψουμε το αλάτι με τη σαπίλα, τότε Εκκλησία δεν υπάρχει κι ο κόσμος χάνει την ελπίδα του.

Δεν θα επιχειρηματολογήσω γιατί οι δηλώσεις του Αιγιαλείας είναι σαπίλα κι όχι αλάτι – δεν επιχειρηματολογεί κανείς για τα αυτονόητα. Ούτε με όσα λέω συντάσσομαι τάχα στο πλευρό όσων θέλησε να στιγματίσει ο, κατ’ όνομα, επίσκοπος – μόνο ανόητος πρέπει να είναι κανείς για να μου καταλογίσει τέτοιες προθέσεις. Άλλο πράγμα θέλω να θυμίσω εδώ: «Προσέχετε μη σας ξεγελάσει κανείς», λέει ο Κύριος, «Γιατί πολλοί θα εμφανιστούν επικαλούμενοι το όνομά μου, λέγοντας “εγώ είμαι ο Χριστός” και θα παραπλανήσουν πολλούς» (Ματθ. 24,5). Ο κάθε επίσκοπος στέκει εις τύπον και τόπον Χριστού. Κάθε επίσκοπος είναι εικόνα του Χριστού μέσα στην Εκκλησία. Με άλλα λόγια, ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας «εμφανίζεται επικαλούμενος το όνομα του Κυρίου» και παλεύει να μας ξεγελάσει, να μας παραπλανήσει. Δεν θα το πετύχει…

Posted in Κατόψεις… χριστιανικές! | 14 Comments