Πώς επικοινωνούν οι Άγιοι;…

Χθες το βράδυ κοιμήθηκε απροσδόκητα ο Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Παύλος (Ιωάννου). Πριν λίγο καιρό εκδώσαμε στις εκδόσεις Εν πλω ένα βιβλίο του: είχα πάει στη Σιάτιστα και μου αφηγήθηκε όλη την ιστορία της γνωριμίας του με τον νεοδιακηρυχθέντα Άγιο Ιάκωβο (Τσαλίκη), τον σπουδαίο αυτό Άγιο της Εύβοιας. Το υλικό εκείνη της αφήγησης απομαγνητοφωνήθηκε και πήρε τη μορφή βιβλίου.

Υπήρχε η ιδέα να κλείνει το βιβλίο εκείνο με έναν Επίλογο δικό μου. Η ιδέα δεν ευοδώθηκε. Δημοσιοποιώ εδώ εκείνον τον Επίλογο, έτσι σαν μνημόσυνο στον σεβαστό μας ιεράρχη, με την ελπίδα να πρεσβεύει και για μας εκεί που πάει…

20181105_181706_resized

Από την παρουσίαση του βιβλίου, στην 7η Έκθεση Ορθόδοξου Χριστιανικού Βιβλίου, στο Κάραβελ, τον Νοέμβριο του 2018.

Επίλογος του Επιμελητή

Η δημιουργία του βιβλίου αυτού ήταν μια ασυνήθιστη διαδικασία. Τα βιβλία συνήθως είναι λέξεις και νοήματα, ακροβασίες του μυαλού, νοητικά σκευάσματα. Παλεύεις με φράσεις και χαρτιά σε δισδιάστατες επιφάνειες. Μα τούτο το βιβλίο είχε για μένα ένα χαρακτήρα ευρύτερο, ακόμα και σωματικό θα έλεγα. Είχε ένα ταξίδι μέσα στον χώρο –διάβηκα τόσα χιλιόμετρα για να φτάσω στη Σιάτιστα και να γυρίσω πίσω– κι άλλο ένα αντίστοιχο στον χρόνο – διαβήκαμε μαζί με τον Μητροπολίτη Παύλο σχεδόν 30 χρόνια, για να φτάσουμε να συναντήσουμε τον Γέροντα Ιάκωβο στα στερνά του, κι έπειτα ακόμα πιο πίσω, να θυμηθούμε τη ζωή του.

Ακόμα και η διαδικασία της απομαγνητοφώνισης κι αργότερα η διαδικασία του «χτενίσματος» του κειμένου (όπως λέμε στη δική μας γλώσσα) είχε μια μοναχικότητα αλλιώτικη από κάθε άλλη φορά. Δεν είχα γράμματα και λέξεις να χορεύουν στην οθόνη του υπολογιστή και του νου μου. Είχα τη φωνή του Μητροπολίτη να ακούγεται απ’ το κασετοφωνάκι, και το πρόσωπο ενός ανθρώπου που δεν γνώρισα, ενός Αγίου, να σχηματίζεται ψηφίδα-ψηφίδα μέσα μου, με όλη την απλότητα, την ταπείνωση και τη διακριτικότητά του. Ναι, τα λόγια που απομαγνητοφωνούσα και κατόπιν πάλευα να στρώσω σε μια σειρά είχαν μια παράξενη επίδραση μέσα μου. Δεν ήταν κάτι άγνωστο, που γινόταν τώρα γνωστό. Απλώς υπήρχε από πριν κάτι ανήσυχο, που τώρα γαλήνευε. Όλο αυτό έμοιαζε σαν εργόχειρο κι είχε κάτι το κατανυκτικό.

Άνθρωποι σαν κι εμένα, που καταπιάνονται ολημερίς με τα βιβλία και τα λόγια, είναι συχνά άνθρωποι ορθολογιστές κι ισχυρογνώμονες. Ζούνε φυσιωμένοι μέσα στις θεωρίες κι έχουν την τάση να εκλογικεύουν το καθετί – ζουν περισσότερο με το μυαλό τους και λιγότερο με όλο τους τον εαυτό. Τουλάχιστον εγώ, έτσι είμαι. Οπότε το βιβλίο αυτό ήρθε να μου φανερώσει μια διαφορετική σχέση με το λόγο, σε ένα άλλο επίπεδο, ευρύτερο και πολύ πιο περιεκτικό. Πώς; Δεν ξέρω…

Όταν ολοκλήρωσα τη δουλειά που είχα να κάνω, έστειλα το κείμενο στον Σαβασμιώτατο. Το διάβασε, διόρθωσε τα αβλεπτήματά μου, εντόπισε τις παραλείψεις μου, επενέβη όπου χρειαζόταν. Όταν μού το έστειλε πίσω, διαπίστωσα πως είχε προσθέσει άλλο ένα γεγονός από τη ζωή του Αγίου Ιακώβου (ή μάλλον από τη μετά-θάνατον ζωή του Αγίου) – είναι εκείνο το τελευταίο περιστατικό που διαβάσατε στο τέλος του βιβλίου. Καθώς το διάβαζα, χτύπησε το τηλέφωνο. Στην άλλη γραμμή ήταν ο Μητροπολίτης Παύλος:

«Είδες τις παρατηρήσεις μου;».

«Ναι, Σεβασμιώτατε, σάς ευχαριστω!».

«Διάβασες αυτό που προσέθεσα στο τέλος;».

«Μόλις τώρα αυτό ολοκλήρωνα».

«Λοιπόν, κοίτα, αυτό το περιστατικό το είχα ολότελα ξεχάσει, παρότι όπως είδες, ήμουν κατά το ήμισυ μάρτυς του. Εντούτοις, το θυμήθηκα ένα βράδυ στον ύπνο μου! Και το πρωί σκέφτηκα: “Να μην ξεχάσω να το πω στον Βασίλη”. Παρόλα αυτά, το λησμόνησα και πάλι. Όμως ήρθε τις προάλλες κάποιος γνωστός μου εδώ και συζητούσαμε, και κάποια στιγμή είπε κάτι που μου το θύμησε. “Καλά που μου το ‘πες”, του είπα, “να μην ξεχάσω να το πω στον Βασίλη”. Κι εκεί που το σκέφτηκα, νιώθω μια ευωδία να γεμίζει όλο το δωμάτιο!… Τι ευωδία ήταν αυτή! Μου έκανε μεγάλη εντύπωση».

«Τι λέτε, Σεβασμιώτατε;», πρόφερα σαστισμένος κι εγώ. 

Στο ακουστικό μεσολάβησε μια παύση. Ο π. Παύλος σώπαινε.

«Και να σου πω και κάτι, βρε παιδί μου;…», άλλη μια σιωπή, «…και τώρα που στο λέω, νιώθω και πάλι την ίδια ευωδία!»…

Δεν θυμάμαι τι ψέλλισα. Κάποια λόγια αμηχανίας, φαντάζομαι. Τα δευτερόλεπτα που πέρασαν μέχρι να κλείσουμε το τηλέφωνο είχαν κάτι άηχο, ή εν πάση περιπτώσει έμοιαζαν σαν να διαθέτουν μια ποιότητα από εκείνες που μπροστά τους οι λέξεις σωριάζονται αδρανείς. Τι να σήμαινε εκείνη η ευωδία; 

«Χάρηκε ο Άγιος που ήρθαν τα παιδιά στο μοναστήρι!», είχε πει ο Άγιος Ιάκωβος σε μια άλλη περίπτωση˙ ήταν τότε που επισκέφτηκαν το μοναστήρι κάποιοι φοιτητές και η κάρα του Οσίου Δαβίδ ευωδίαζε έντονα. Άραγε να χάρηκε κι ο Άγιος Ιάκωβος για όσα διηγήθηκε στις σελίδες που προηγήθηκαν, ένα πνευματικό του παιδί, ο νυν Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης; Να χάρηκε για τούτο το βιβλίο; Τι να σήμαινε εκείνη η ευωδία;…

Νάτες και πάλι οι σημασίες και τα σημαίνοντα, τα λόγια και οι ερμηνείες, οι προσπάθειες των εθισμένων στις θεωρίες να ανάγουν καθετί βιώσιμο στην απογύμνωση του εγκεφαλικού στοχασμού. Τι να σημαίνει το ένα, τι να σημαίνει το άλλο… Σάμπως και τι σημαίνει «σώζομαι», τι σημαίνει «άλλη ζωή», τι σημαίνει «Άγιος», τι είναι η χάρις του Θεού; Λες και τα λόγια κι οι περιγραφές, οι ερμηνείες και οι θεωρητικοποιήσεις έχουν άλλη δύναμη πέρα από το να περιγράφουν ό,τι μόνο απερίγραπτο μπορεί να χωρέσει στη ζωή μας…

Δεν ξέρω λοιπόν τι σήμαινε εκείνη η ευωδία. Κι αν κάτι μου έμεινε από την περιπέτεια αυτού του βιβλίου είναι μια τάση να ζηλεύω όσους διαθέτουν την απλότητα να αναπαύονται με κείνα που δεν ξέρουν, να κατανύσσονται με κείνα που αγνοούν. Ίσως σ’ αυτή την απλότητα να «Ζει Κύριος ο Θεός!» κι απ’ αυτή να θηλάζει η ελπίδα τη φωτιά της.

Την ευλογία του Αγίου να έχουμε!

 

Και την ευλογία του παπα-Παύλου, του ταπεινού λευίτη που ο Θεός τον αξίωσε να γίνει ποιμενάρχης και πνευματικός πατέρας τόσων και τόσων ανθρώπων. Ο Θεός να τον αναπαύσει!

Posted in Κατόψεις… χριστιανικές!, Uncategorized | Leave a comment

Έβαλε πλάτη κι η Μαρία…

Screen Shot 2018-06-24 at 21.13.27

Julia Stankova, Crucifixion, 60 x 45 cm, painting on wooden panel (http://www.juliastankova.com)

Πέμπτη πρωί κουδούνισε το τηλέφωνο. Η είδηση έμεινε μετέωρη στο ακουστικό σαν παρατεταμένο βουητό μετά από έκρηξη: Η Μαρία σκοτώθηκε!

Υπάρχουν πράγματα που το μυαλό δεν τα χωράει, η λογική τα αρνείται. Γυρίζει ανάποδα ο νους και νιώθεις σα να μη σε χωράει το στήθος σου. Μητέρα δέκα παιδιών. Συνομήλική μου, στα 43 της χρόνια. Και το τελευταίο της παιδί, λίγων μόλις μηνών. Ποια «λογική» μπορεί να έχει ένας τέτοιος θάνατος; Ποια χριστιανική ρητορεία μπορεί να σκαρώσει μπαλώματα παρηγοριάς; Ποια ευσέβεια μπορεί να σκεπάσει τέτοια τραύματα; Ποια πίστη μπορεί να απαντήσει στα πιο σκοτεινά ερωτήματα;

Την Παρασκευή μείναμε βουβοί, σαν σκιαγμένοι. Το Σάββατο την κηδέψαμε στο μοναστήρι του Αγίου Πορφυρίου, στο Μήλεσι.

Το προηγούμενο βράδυ, είχε προηγηθεί για κείνη ολονύκτια αγρυπνία στον ίδιο ναό. Στο σπίτι, οι οικείοι της, ολόγυρά της, την ξαγρύπνησαν ψέλνοντας τον αναστάσιμο κανόνα και διαβάζοντας το ψαλτήρι. Μέχρι τα χαράματα.

Το Σάββατο το πρωί, μαζεύτηκε κόσμος στο ναό από νωρίς. Κι έπειτα ήρθε κι άλλος. Κι άλλος. Κι άλλος! Ο ναός, αχανής ούτως ή άλλως ο συγκεκριμένος, πλημμύρισε – ο κόσμος γέμισε τους γυναικωνίτες, τον πρόναο και τις αυλές. Χιλιάδες κόσμου, δίχως υπερβολή. Αν κάποιος ανυποψίαστος βρισκόταν μπροστά στο θέαμα, θα πιθανολογούσε πως κηδευόταν κάποιος ανώτατος πολιτειακός άρχοντας. Τα αυτοκίνητα που έφεραν τους ανθρώπους για την κηδεία ήταν παρκαρισμένα στη σειρά για χιλιόμετρα μακριά. Τρεις μητροπολίτες χοροστάτησαν, μαζί με 60-70 ιερείς!

Και στον σολέα ξαπλωμένη η Μαρία. Απλώς κοιμισμένη.

Αν δεν ήσασταν εκεί, ρωτήστε κάποιον που ήταν, για να επαληθεύσετε τα λόγια μου: στον ναό το Σάββατο υπήρχε ένας μόνο νεκρός, ο θάνατος. Ο τρόμος της Πέμπτης, το σοκ της είδησης, η φρίκη του απρόσμενου, η οδύνη μιας αμετάκλητης απουσίας, ο βουβός φόβος της Παρασκευής, όλα ήταν το Σάββατο εξουδετερωμένα και άσφαιρα. Δεν απουσίαζαν, αλλά ήταν ευτελισμένα και φτηνά. Ο ίδιος ο θάνατος ήταν παρών, μα δίχως το κεντρί του. Υπήρχε νικημένος, συντετριμμένος, μηδαμινός στα πόδια της Μαρίας. Είχε κάνει το λάθος να της χιμήξει, αλλά δεν κατόρθωσε να αγγίξει ούτε τρίχα της.

Όπου κι αν γύριζες, έβλεπες μάτια υγρά και χείλη χαμογελαστά. Οι οικείοι της λαμποκοπούσαν δάκρυ και ανάσταση, οδύνη και ελπίδα. Σπάνια νιώθεις τον πόνο ως νίκη, τον καημό ως χαρά, τον θάνατο ως ζωή. Παράδοξα πράγματα…

 

Κάποιος είπε ιδιωτικά «Ο Θεός ξέρει… την πήρε στην καλύτερή της στιγμή». Καλοπροαίρετα λόγια, ειπωμένα από ευλάβεια. Μα πόσο λανθασμένα! Δίχως να το καταλαβαίνουν, καθιστούν τον Θεό συναίτιο του θανάτου – εργαλειοποιούν το κακό, καθιστώντας το τάχα ένα μέσο στα χέρια ενός Θεού, που δεν μπορεί παρά να είναι βάναυσος και σαδιστής. Μα οι χριστιανοί δεν πιστεύουμε σε τέτοιο Θεό. Ο θάνατος είναι το απόλυτο κακό, ο έσχατος εχθρός. Θύμα του και ο ίδιος ο Χριστός, αλλά μόνο και μόνο για να τον αναποδογυρίσει από μέσα (θανάτω), να τον αδειάσει, τριήμερος, σαν σακί και να τον κάνει Ανάσταση. Ο θάνατος μετά Χριστόν δεν είναι τέλος. Μα δεν είναι ούτε αρχή, όπως συνηθίζουμε να λέμε ευσεβώς, δίνοντάς του άθελά μας μια κάποια έστω αξία. Είναι απλά ένα άχρωμο συμβάν, ένα κάτι τόσο μηδαμινό, τόσο αφλόγιστο, που ούτε θαμπάδα δεν μπορεί να αφήσει πάνω στη γυαλάδα της κολυμβύθρας που μας γέννησε – πόσο μάλλον να τραυματίσει την αιώνια ζωή που έκτοτε αξιωθήκαμε.

Κάνουμε πολλά λάθη πάνω στην καλοπροαίρετη ευσέβειά μας εμείς οι χριστιανοί. Νομίζουμε πως όλα σε τούτο τον κόσμο είναι στα χέρια του Θεού. Μπορεί ο Θεός να είναι ο Κύριος της ιστορίας, με την έννοια ότι όλα αρχίζουν από Αυτόν και θα τελειώσουν σ’ Εκείνον, αλλά ξεχνάμε πως άλλος είναι «ο άρχων του κόσμου τούτου». Κι αν ο κόσμος τούτος δεν είναι στα χέρια του Θεού, είναι γιατί Εκείνος θέλησε να τον πλάσει ικανό ακόμα και να Τον αρνείται. Δεν τον θέλησε «του χεριού του» αυτό τον κόσμο ο Θεός. Θέλησε εμάς να τον παίρνουμε και να τον βάζουμε ελεύθερα στα χέρια Του. Όχι από ιδιοτροπία Του τάχα, μα γιατί μόνο σε μια τέτοια ελευθερία βλασταίνει η αγάπη – η δική Του τριαδική αγάπη και ζωή.

Σε τούτο τον κόσμο λειτουργεί η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου (έτσι μάς θέλησε ο Θεός), λειτουργούν επίσης οι δυνάμεις της φύσης (αμαυρωμένες κι αυτές σαν το θέλημα του ανθρώπου, μετά την πτώση). Λειτουργούν ακόμα οι συνέπειες της αμαυρωμένης ανθρώπινης βούλησης και της πεσμένης φύσης, που έχουν αποκτήσει αιώνες τώρα τη δική τους αλλοτριωτική δυναμική. Λειτουργεί και ο μισόκαλος και μισάνθρωπος άρχοντας του κόσμου τούτου. Μα υπάρχει επίσης, ζωογόνος και προνοητική, η πανταχού παρούσα αγαθότητα του Θεού, που ‘χει αριθμημένες και τις τρίχες της κεφαλής μας. Πώς συνυπάρχουν όλα τα παραπάνω; Πώς συλλειτουργούν και συγκρούονται; Και πώς μπορούν να ερμηνευτούν; Εύλογες ερωτήσεις, αλλά μάταιες. Δεν έχουν απάντηση. Το σύνθετο πλέγμα μέσα στο οποίο υπάρχουν και αλληλεπιδρούν αθέατα όλα τα παραπάνω, είναι αδιάβατο από τον ανθρώπινο νου. Είναι τυλιγμένο στη σιωπή του μυστηρίου…

Υπάρχουν όμως αυτά που ξέρουμε: ο Χριστός ήρθε σε τούτο τον κόσμο όχι για να παραβιάσει την ελευθερία του και να τον σύρει στανικά πίσω στην πατρική αγκάλη. Ήρθε για να συγκρουστεί με το κακό καταπρόσωπο, ως ένας από μας, για χάρη μας. Πήρε το πρόσωπό μας, για να μπορούμε έκτοτε κι εμείς να παίρνουμε κατά χάριν το δικό Του. Συγκρούστηκε με τον θάνατο και τον νίκησε.

Μα τότε γιατί πεθαίνουμε ακόμα;

Άλλο ένα σημείο που οι Χριστιανοί συχνά λησμονούμε: το έργο του Χριστού δεν τελείωσε! Εκείνος το ξεκίνησε και μάς παρήγγειλε να το κουβαλήσουμε στις πλάτες μας μέχρις εσχάτων αιώνων. Η δική Του ανάσταση νίκησε τον θάνατο κι εμείς έχουμε καθήκον να κουβαλήσουμε αυτή τη νίκη –μαρτύριο και μαρτυρία– σε έναν κόσμο, όπου αλυχτάει ακόμα το κακό. Τίποτα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Μέχρι τέλους, οι χριστιανοί θα στέκουμε με βλέμμα προσηλωμένο στον σταυρό Του. Και θα χιμάει πάνω μας ο θάνατος, όπως χίμηξε και σ’ Εκείνον. Και θα βαδίζουμε στο δικό Του μαρτύριο μέσα στο κακό και την οδύνη του. Κι αν μας αξιώνει, το πρόσωπό μας θα γίνεται πρόσωπο δικό Του κι η οδύνη μας, μαρτυρία της δικής Του νίκης. Μέχρις εσχάτων αιώνων.

Γιατί τα λέω όλα αυτά;

Διότι την προηγούμενη Πέμπτη ακούσαμε για ένα μαρτύριο, το μαρτύριο της Μαρίας και της οικογένειάς της. Μα το Σάββατο ζήσαμε μια μαρτυρία, τη μαρτυρία της κηδείας της. Η νεκρώσιμη εκείνη ακολουθία δεν ήταν αποχαιρετισμός, δεν ήταν πένθιμη «εξόδιος». Ήταν ένα αναστάσιμο γεγονός. Ήταν μια μαρτυρία πίστης και ζωής. Μια μαρτυρία όχι με λόγια, σαν αυτά που διαβάζετε τώρα (και που δεν λένε τίποτα), αλλά ένα σημείον που μόνο όταν το ζεις, μπορείς να το χωρέσεις, να το αντιληφθείς δίχως να το κατανοήσεις.

Χιλιάδες άνθρωποι αξιώθηκαν αυτή τη μαρτυρία. Έτσι το θέλησε ο Θεός. Τριήμερη κι αυτή –δες κάτι πράγματα!– σαν του Κύριου: Πέμπτη το μαρτύριο, Παρασκευή η σιωπή, Σάββατο η μαρτυρία. Στο εξής, η ανάμνηση της Μαρίας θα είναι μια απτή πιστοποίηση πως υπάρχουν ζωές που δεν τελειώνουν, θάνατοι που δεν θανατώνουν. Και θα παροντοποιείται μέσα μας η ελπίδα αστραφτερή: η Εκκλησία κουβαλά ακόμα την Ανάσταση στις πλάτες της! Έβαλε πλάτη κι η Μαρία…

Posted in Κατόψεις… χριστιανικές!, Uncategorized | 11 Comments

“Μαμά, θέλω να γίνω κουφός…”

Στιγμιότυπο 2017-07-23, 9.26.23 μμΥπάρχει μια ομάδα ανθρώπων στο αχανές πλέον ψηφιδωτό του δυτικού κόσμου, που θέλουν να γίνουν κουφοί. Ναι, καλά διαβάσατε. Νιώθουν μια έλξη προς την κωφότητα και είτε ελκύονται απλώς από κουφούς ανθρώπους, είτε (κυρίως) παριστάνουν οι ίδιοι ότι είναι κουφοί. Ή (ακόμα χειρότερα) προσπαθούν με διάφορα μέσα πράγματι να κουφαθούν. Αυτοπροσδιορίζονται ως “deaf wannabes”, αλλά εντάσσουν τον εαυτό τους στον ευρύτερο αυτοπροσδιορισμό των “transabled people”, αυτών δηλαδή που δεν γεννιούνται ανάπηροι, αλλά επιλέγουν εκουσίως να γίνουν (αυτοακρωτηριάζονται με κάποιο τρόπο, ή τυφλώνονται αυτοβούλως, ή κουφαίνονται με δική τους απόφαση κλπ).

Οι άνθρωποι αυτοί διεκδικούν από τους άλλους σεβασμό στον αυτοπροσδιορισμό τους. Καλά κάνουν. Και όλοι μας πρέπει να τους σεβόμαστε, όπως πρέπει να σεβόμαστε κάθε άνθρωπο που ο αυτοπροσδιορισμός του εμπίπτει στα όρια του νόμου και δεν βλάπτει άλλους. Αλίμονο όμως, αν εξαιτίας αυτού μας του σεβασμού (που πρέπει να είναι δεδομένος) απεμπολήσουμε το χρέος μας να τους βοηθήσουμε (στο μέτρο που μπορούμε) ή να τους παραπέμψουμε σε εξειδικευμένους επαγγελματίες, ικανούς να διερευνήσουν (σε συνεργασία με τον υποψήφιο κουφό) τι τρέχει μέσα τους και πώς μπορούν να το αντιμετωπίσουν, προκειμένου να μπορέσουν να βρούν μια ψυχοσωματική ισορροπία στη ζωή τους, πριν κάνουν κάποιο κακό στα αυτάκια τους…

Κι επίσης, αλίμονό μας αν αρχίσουμε κι εμείς κάποια στιγμή να βρίσκουμε πειστικά τα λόγια αυτών των συνανθρώπων μας και να διερωτώμαστε: μήπως τελικά το δίπολο “ακοή/μη ακοή” συνιστά έναν “αναχρονισμό κανονικότητας”, μια “τεχνητή κοινωνική κατασκευή”, που καλό είναι να ξεπεραστεί, προκειμένου οι άνθρωποι να νιώσουμε πιο ελεύθεροι και να “μπορούμε” να διασχίζουμε τα όρια αυτού του διπόλου, που θα έπρεπε ούτως ή άλλως να είναι “ρευστά”; Αλίμονο δηλαδή, αν ο σεβασμός κάποιων συνανθρώπων μας (που είναι χρέος μας) μας οδηγήσει στο να πάψουμε να αντιλαμβανόμαστε τον συσχετισμό της ανθρώπινης φυσιολογίας με την εν γένει ψυχική ισορροπία, ενστερνιζόμενοι τάχα μια ελευθερία, που είναι όμως ασύμβατη όχι μόνο προς τις κορυφώσεις του ανθρώπινου λόγου γενικότερα, αλλά και με αυτές καθαυτές τις σταθερές της κοινής λογικής…

Μα, θα μου αντιταχθεί, πώς είναι δυνατόν να σέβεσαι τον αυτοπροσδιορισμό των transabled people, αν ταυτόχρονα τους θεωρείς “ανισόρροπους”; Καταρχάς, το απλούστερο: δεν θα τους χαρακτήριζα ποτέ κατά πρόσωπο “ανισόρροπους”. Με άλλα λόγια, μπορώ να σέβομαι κάποιον όταν δεν του ασκώ “μπούλιγκ” στο όνομα των δικών μου απόψεων, όταν δηλαδή τις ενδόμυχές μου αξιολογήσεις (που βασίζονται στις προσωπικές μου απόψεις περί κανονικότητας) δεν τις κάνω αιχμηρές συμπεριφορικές γωνίες, ικανές να τραυματίσουν και να προσβάλλουν τον άλλο. Και κυρίως, μπορώ να σέβομαι κάποιον, όταν βλέπω στο πρόσωπό του μια ανθρώπινη αξία που υπερβαίνει τις προτιμήσεις του, τις συμπεριφορές, ή τις (κατ’ εμέ) στρεβλώσεις του. Είναι θεμελιώδες ζήτημα προσωπικού πολιτισμού.

Αλλά αποτελεί παρανόηση και σύγχυση να νομίζουμε πως ο σεβασμός και η αποδοχή του άλλου πρέπει κατ’ ανάγκην να συνεπάγεται και αλλαγή των δικών μου προσωπικών αξιολογήσεων περί του τι είναι κανονικό ή όχι. Άραγε τι είδους σεβασμό μπορεί να διεκδικεί κάποιος από μένα, αν δεν σέβεται κι εκείνος με τη σειρά του το δικαίωμά μου όχι μόνο να έχω την όποια άποψη θέλω περί κανονικότητας ή μη, αλλά και να επιχειρηματολογώ γι’ αύτη με ευγένεια και ήθος;

Απ’ την άλλη, δεν ξέρω… λέτε να είμαι κωφοφοβικός;…

Posted in Εκεί που 'ναι κι οι άλλοι…, Uncategorized | 2 Comments

Ίδια εκκλησία, άλλος Χριστός…

Στιγμιότυπο 2017-06-15, 9.58.35 πμΠριν λίγες μέρες, ο Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος απέστειλε μια επιστολή διαμαρτυρίας προς τον Μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ. Μπορείτε να τη διαβάσετε ολόκληρη εδώ. Κατόπιν, ο Μητροπολίτης Πειραιώς απάντησε. Μπορείτε να διαβάσετε και τη δική του επιστολή εδώ.

Δεν έχω σκοπό να ασχοληθώ με τα δύο αυτά κείμενα. Όποιος έχει κουράγιο, ας τα διαβάσει. Ας μου επιτραπεί όμως εδώ μία γενική παρατήρηση και ένα ειδικό σχόλιο.

Η παρατήρηση: Όπως είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξηγήσεις σε κάποιον τι είναι γελοίο και τι όχι, αν αυτός δεν διαθέτει την απαραίτητη αίσθηση προς τούτο, εξίσου δύσκολο –αν όχι δυσκολότερο– είναι να δώσεις στον άλλο να καταλάβει όχι την τάδε ή τη δείνα άποψη, αλλά την ορθότητα ή όχι του φρονήματός του. Είναι άλλο πράγμα η άποψη, η προσέγγιση ενός ζητήματος (τα επιχειρήματα), και άλλο πράγμα το «φρόνημα», το περιβάλλον εκείνο της σκέψης, της ψυχικής συνθήκης και της εν γένει βιοτής, μέσα στο οποίο ευδοκιμούν και καρπίζουν οι στοχασμοί, οι εκτιμήσεις, τα επιχειρήματα, οι επιλογές και οι πράξεις. Μόνο με βάση αυτή την παρατήρηση μπορεί κανείς να κατανοήσει πώς γίνεται όσα έγραψε ο Μητροπολίτης Αργολίδος να μην έγιναν αντιληπτά από τον αποδέκτη της επιστολής. Κι έτσι μόνο εξηγείται πώς γίνεται να γράφει τόσα ο Μητροπολίτης Πειραιώς για να δικαιώσει εαυτόν, δίχως να αντιλαμβάνεται πως εκτίθεται ακόμη περισσότερο στα μάτια μας.

Και το σχόλιο:

Σε πάνω από μία ποιμαντορικές εγκυκλίους του, ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ αναφέρει διδακτικά το ιστορικό περιστατικό της πυρκαγιάς της ακροπόλεως της Κέρκυρας, του 1718. Το περιστατικό έχει ως εξής, εν συντομία: Η ρωμαιοκαθολικη διοίκηση του νησιού, υπό τον Ανδρέα Πιζάνι, σχεδιάζει στα 1718 να χτίσει ρωμαιοκαθολικό «αλτάριο» στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα για τις λατρευτικές ανάγκες των παπικών κατοίκων του νησιού. Οι ορθόδοξοι εξεγείρονται. Προσεύχονται να ματαιωθούν τα σχέδια του Πιζάνι. Κάποιο βράδυ, που εμαίνετο καταιγίδα στην περιοχή, ένας κεραυνός χτύπησε την ακρόπολη της Κέρκυρας και συγκεκριμένα την πυριτιδαποθήκη της, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει σειρά εκρήξεων, που όμοιές τους δεν είχε ξαναδεί το νησί. Αναφέρουν οι χρονικογράφοι της εποχής: «Οι τρεις πυριτιδαποθήκες μέσα στο Φρούριο έπιασαν φωτιά και οι αλλεπάλληλες εκρήξεις ήταν τόσο δυνατές που ακουγόντουσαν μέχρι την Ήπειρο… Κτίρια κατεδαφίζονταν και η γη σειόταν. Οι τοίχοι των σπιτιών αποκολλούνταν σε κομμάτια και μεγάλα σπίτια κατέρρεαν παντού, σκοτώνοντας όσους βρίσκονταν μέσα, αλλά και όσους βρίσκονταν κοντά σε αυτά… Κάτω από τα ερείπια υπήρχαν πτώματα ανδρών, γυναικών, παιδιών και ζώων που κάηκαν μέχρι θανάτου. Μερικά μέλη νεκρών αλλά και ολόκληρα πτώματα βρέθηκαν σε χαντάκια και τάφρους και άλλα εκτινάχθηκαν στην θάλασσα και παρασύρθηκαν από τα κύματα… Ήταν τόσο ισχυρή η έκρηξη κοντά στην θάλασσα που δημιουργήθηκαν πανύψηλα κύματα, τα οποία βύθισαν τέσσερις γαλέρες. Υπολογίζεται ότι η απώλεια σε ζωές ήταν περίπου δύο χιλιάδες άνθρωποι…».

Το περιστατικό θεωρήθηκε από πολλούς εκείνη την εποχή ως επέμβαση του Θεού, για την αποτροπή των παπικών σχεδίων. Ο Μητροπολίτης Πειραιώς το προσκομίζει στη σημερινή εποχή για να δώσει ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο επεμβαίνει ο Θεός και κατακαίει τους εχθρούς του, όταν οργίζεται. Μάλιστα, προς τούτο, επικαλείται και το γεγονός ότι το περιστατικό αναφέρεται ως τέτοιο από τον Αθανάσιο Πάριο, ο οποίος πρόσφατα ανακηρύχθηκε άγιος. Για να το αναφέρει ένας Άγιος, έτσι τάχα δεν έχουν τα πράγματα; Το βασικό όμως είναι ότι το περιστατικό μνημονεύεται σήμερα από τον Μητροπολίτη Πειραιώς ως παράδειγμα του πώς βλέπει ο Θεός τους αιρετικούς και τι είναι ικανός να κάνει εναντίον τους. Αυτό που αναφέρει ο χρονικογράφος –απανθρακωμένα πτώματα παιδιών, ανθρώπινα μέλη εδώ κι εκεί, και δύο χιλιάδες νεκρών συνολικά– είναι κατά τον Πειραιώς Σεραφείμ, έργο του Χριστού, έργο Εκείνου που στη Γεθσημανή είπε στον Πέτρο να βάλει πίσω στο θηκάρι την εκδικητική του μάχαιρα, έργο Εκείνου που ανέβηκε στο σταυρό από αγάπη για τον άνθρωπο, έργο Εκείνου που ακόμα και πάνω στο σταυρό παρακαλούσε για τη συγχώρηση των σταυρωτών Του.

Από μια δισχιλιετή παράδοση σαν αυτή του Χριστιανισμού μπορείς να αλιεύσεις ό,τι θέλεις, να το ερμηνεύσεις όπως θέλεις, για να υποστηρίξεις όποια θέση θέλεις. Υπάρχουν τά πάντα στην ιστορία της Χριστιανοσύνης και με κατάλληλες ερμηνείες μπορούν να αξιοποιηθούν προς επίρρωση οποιασδήποτε θέσης. Αλλά είπαμε: άλλο οι θέσεις, άλλο το φρόνημα. Το φρόνημα μπορεί να καταδείξει τι ίσταται και τι καταπίπτει μέσα στην εκκλησιαστική παράδοση. Αλλά το φρόνημα είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσεις. Τα κριτήρια της θεολογίας είναι που κρίνουν κάθε ώρα και στιγμή τις θεολογικές θέσεις μας. Αλλά πώς να μιλήσεις για τα κριτήρια, όταν πολλοί δεν διανοούνται καν την ύπαρξή τους;

Καλλιεργείται σήμερα ένα «ορθόδοξο» φρόνημα, μία τάση ανάμεσα στους ορθόδοξους χριστιανούς, που ισχυρίζεται (και προσπαθεί να το τεκμηριώσει με θεολογικές θέσεις) πως υπάρχουν κι άλλα πράγματα που μπορούν να σταθούν πλάι στην αγάπη και τη συγχωρητικότητα˙ πως η αγάπη και η συγχωρητικότητα δεν είναι τα μόνα κριτήρια που ζυγιάζουν τα πάντα και καθορίζουν το φρόνημα, αλλά πως υπάρχουν κι άλλα στοιχεία, εξίσου κομβικά, που διαμορφώνουν τάχα την ταυτότητα των χριστιανών (ιερή οργή και αγανάκτηση, χάριν της ποίμνης του Χριστού τάχα, ποιμαντικός ex cathedra στιγματισμός των κακώς εχόντων, επιθετικότητα προς αυτούς που απειλούν την Ορθοδοξία)˙ και μάλιστα αυτά τα πράγματα μπορούν να δικαιώνονται μέσα μας ακόμα κι όταν ακυρώνουν την αγάπη και τη συγχωρητικότητα. Δεν πρόκειται για παρωνυχίδα του εκκλησιαστικού μας βίου: μέσα από την εικόνα του οργισμένου Θεού, που κατακαίει ρωμαιοκαθολικούς, άλλος Χριστός προκύπτει, άλλη πίστη… Είναι άλλος ο Χριστός που «τιμωρεί» εμένα τον αμαρτωλό για να με συνετίσει –έτσι ενδέχεται να νιώθω προσώρας την παιδαγωγία της άπειρης αγάπης Του– και άλλος εκείνος ο Χριστός που οργίζεται και σκοτώνει ανθρώπους, με τρόπο φρικαλέο. Ίδια εκκλησία, άλλος Χριστός.

Στο ένατο κεφάλαιο του ευαγγελίου του, ο ευαγγελιστής Λουκάς λέει πως ο Χριστός είχε στείλει αγγελιοφόρους σε ένα χωριό της Σαμάρειας για να προετοιμάσουν τον ερχομό Του: «Οι Σαμαρείτες όμως δεν τον δέχτηκαν… Και ρώτησαν τότε οι μαθητές τον Ιησού “Κύριε, θέλεις να ζητήσουμε να κατεβεί φωτιά από τον ουρανό και να τους καταστρέψει, όπως έκανε και ο προφήτης Ηλίας;”. Εκείνος στράφηκε προς αυτούς και τους επέπληξε λέγοντας: “Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας˙ ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να καταστρέψει ανθρώπους, αλλά για να τους σώσει”» (στ. 52-56).

«Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας…». Αν κάνετε ένα γύρο στα «ορθόδοξα» blog και τις ιστοσελίδες του διαδικτύου, θα συναντήσετε τόσο μίσος, τόση αγανάκτηση, τόση μισαλλοδοξία, τόση λεκτική βία (και τόση φοβικότητα) απέναντι στους αλλοδόξους, τους αντιφρονούντες, τους εχθρούς της πίστης, τον ίδιο τελικά τον σύγχρονο κόσμο, που θα διαπιστώσετε πως τα λόγια του Χριστού («ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας») περιγράφουν επακριβώς τον ψυχισμό και το φρόνημα πολλών σύγχρονων ορθοδόξων.

Τι σχέση έχει το φρόνημα της επιστολής του Μητροπολίτη Αργολίδος με το φρόνημα της επιστολής του Μητροπολίτη Πειραιώς; Σε ό,τι μάς αφορά (δηλαδή στις ατομικές μας αποτιμήσεις) έχουμε χρέος να είμαστε ξεκάθαροι και κατηγορηματικοί: Καμία! Κι όσο περνάει ο καιρός, όσο οι καιροί μαίνονται ολοένα αγριότεροι και ποικίλες κρίσεις δοκιμάζουν τα κριτήρια και το φρόνημά μας, τόσο θα αναδεικνύεται εναργέστερα η βαθύτερη πραγματικότητα του πληρώματος των ορθοδόξων: είμαστε στην ίδια Εκκλησία, αλλά δεν πιστεύουμε όλοι στον ίδιο Χριστό!

Posted in Εκεί που 'ναι κι οι άλλοι…, Κατόψεις… χριστιανικές!, Uncategorized | 5 Comments

«Παύσον Εκκλησίας τα σκάνδαλα!»

Στιγμιότυπο 2017-04-14, 6.55.58 μμ

Του φίλου Θανάση Παπαθανασίου (από τη σελίδα του στο facebook):

Είναι μια προσευχή που απευθύνεται στην Παναγία και ακούγεται στις εκκλησίες το βράδυ της Μ. Παρασκευής. Που σημαίνει ότι οι πιστοί καλούνται να γνωρίζουν την κατάσταση της Εκκλησίας τους, να γνωρίζουν ότι το σώμα της πληγώνεται, και να νοιάζονται γι’ αυτό.

Το μεγαλύτερο ίσως σκάνδαλο στην ελλαδική Εκκλησία αυτή τη στιγμή είναι ο διασυρμός της Αλήθειας, στο όνομα τάχα της αλήθειας! Είναι η ολοένα και επιδεινούμενη εκδήλωση του δαιμονικού πειρασμού του «σταυροφορικού» πνεύματος: κραδαίνεις σταυρό, ομνύεις στον σταυρό, και τελικά κάνεις τον σταυρό όργανο μίσους το οποίο αναιρεί τον Σταυρό!

Υπάρχει ένα πολύ δύσκολο σημείο στη χριστιανική ταυτότητα, το οποίο γίνεται δυσκολότερο σε εποχές αγριάδας και ανασφάλειας όπως η τωρινή μας. Το δύσκολο σημείο είναι ότι Χριστιανό δεν σε κάνει η αναφορά (ακόμα και η πιο παθιασμένη) στον Χριστό, αλλά η αναφορά στον Χριστό ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ. Και γιατί το σημείο αυτό γίνεται δυσκολότερο στις μέρες μας; Διότι ο κόσμος αγωνιά για τις εθνικές απειλές, αγωνιά για τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, αγωνιά για το μεταναστευτικό, αγωνιά για τη μνημονιακή υποθήκευση του μέλλοντος, και εύκολα ολισθαίνει σε έναν «Χριστιανισμό» του τραμπουκισμού, σταυροφορικό και μισαλλόδοξο. Σε έναν χυδαίο «Χριστιανισμ-ισμό», ο οποίος προσπερνά ως ανούσια ουτοπία τα βασικά του Ευαγγελίου (ο μητροπολίτης Αιγιαλείας Αμβρόσιος εδώ και καιρό χλευάζει ως «αγαπούληδες του Θεού» όσους εμμένουν στην ευαγγελική πρωτοκαθεδρία της αγάπης) και εισηγείται μεθ’ ηδονής έναν «Ορθόδοξο» τζιχαντισμό ως απάντηση στον Τζιχαντισμό. Εδώ, λοιπόν, στα ζόρικα και στα κρίσιμα οφείλει η Εκκλησία ως Σώμα (επισήμως δια στόματος της Ιεράς Συνόδου και του Αρχιεπισκόπου) να υπερασπιστεί ακριβώς την ευαγγελική ουτοπία. Αλλά δεν το βλέπουμε…

Γράφω αυτές τις γραμμές τη Μ. Παρασκευή, 14 Απριλίου. Τι σύμπτωση! Πριν επτά χρόνια, στις 14 Απριλίου 2010, η Ιερά Σύνοδος είχε συνεδριάσει, ώστε ο μακαριστός μητροπολίτης Πρεβέζης Μελέτιος (+ 2012) να δώσει εξηγήσεις για τη μετάφραση των λειτουργικών κειμένων στην καθομιλούμενη γλώσσα! Ποιος; Ο Μελέτιος, ένα από τα ευάριθμα διαμάντια της σύγχρονης Εκκλησίας! Ο Μελέτιος (τι σύμπτωση, πάλι!) ήταν από εκείνους που είχαν καταδείξει ότι οι Χριστιανοί Κόπτες δεν είναι αιρετικοί! Ναι, πρόκειται γι’ αυτούς τους Κόπτες που σφαγιάστηκαν στην Αίγυπτο την Κυριακή των Βαΐων, και τους οποίους ο μαυροψυχισμός των ελλαδιτών «Ορθοδόξων» ζηλωτών δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει ως μάρτυρες του Χριστού και ως αδελφούς! Η Ιερά Σύνοδος, λοιπόν, πέραν του κινδύνου του Μελετίου δεν έχει νιώσει την ανάγκη να καλέσει κανέναν άλλον επίσκοπο, για κανέναν άλλο λόγο! Ούτε καν για το ότι η Μεγάλη Βδομάδα τείνει να καθιερωθεί (με τον μητροπολίτη Αιγιαλείας πέρυσι, με τον μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ φέτος) ως χρόνος διατύπωσης σταυροφορικού λόγου!

Δεν είναι στάση ουδετερότητας! Είναι σύνταξη με τις παρουσίες αυτές! Και πλήθος καίριων ζητημάτων μένουν μετέωρα: Ένας επίσκοπος της Ελλαδικής Εκκλησίας (ο Πειραιώς Σεραφείμ) δεν ζήτησε να συναντήσει τον Τούρκο Πρόεδρο Ερντογάν για να τον προσκαλέσει στην Ορθόδοξη πίστη, αλλά του έστειλε επιστολή 37 σελίδων, η οποία δημοσιεύτηκε σε ελληνικές ιστοσελίδες αυθημερόν (Μ. Τετάρτη, 12 Απριλίου)! Είναι, εν τέλει, επιστολή προς ποιον; Και με τη μόνιμη επωδό: λόγο περί της αιώνιας καταδίκης και αιωνίου κολασμού των αντιφρονούντων (όπως και στην επιστολή του προς τον Κόπτη Πατριάρχη τον Ιανουάριο). Κι αυτή τη φορά, με λόγο περί αιώνιας καταδίκης όχι απλώς του Ερντογάν, αλλά ολόκληρου του τουρκικού λαού! Πώς λέγεται η ενοχοποίηση συλλήβδην ενός λαού; Και πώς λέγεται η υφαρπαγή της τελικής κρίσης του μόνου Κριτή, του Χριστού;

Είναι ζητήματα πολύ σοβαρά, γιατί αφορούν τον προσανατολισμό μιας ολόκληρης τοπικής Εκκλησίας! Εξέφρασαν κάποιοι την ανησυχία τους ότι μετά από την επιστολή του Πειραιώς ενδέχεται να υπάρξει τζιχαντιστικό χτύπημα στη χώρα μας. Ποιος μπορεί να το αποκλείσει; Αλλά το εκκλησιαστικώς καίριο, κατά τη γνώμη μου, είναι κάτι παραδίπλα απ’ αυτό. Μπορεί κάποιος να απαντήσει ζηλωτικά ότι θα «ομολογεί την αλήθεια» με όποιο κόστος, ακόμα και με το μαρτύριό του. Το σταυροφορικό πνεύμα, ναι, θα το πει αυτό. Και με τη λογική του τραμπουκισμού θα πάρει και εύσημα γι’ αυτό. Όμως, στην παράδοση της Εκκλησίας υπάρχει άλλη λογική: Ο μισαλλόδοξος ηρωισμός, το ναρκισσιστικό μαρτύριο ΔΕΝ λογίζεται ως χριστιανικό μαρτύριο!

«Παύσον Εκκλησίας τα σκάνδαλα!». Να υψώσουμε αυτή την προσευχή και να την δυναμώσουμε ως αίτημα στους Ιεράρχες. Η σιωπή ή οι ψίθυροι μεταξύ φίλων δεν αντισταθμίζουν την ευθύνη του δημόσιου λόγου και της ευαγγελικής μαρτυρίας.

[ΥΓ: Το σκίτσο είναι του Μάριου Ζαμπίκου. Το μνημόνευσα στην παρουσίαση του βιβλίου του Αναστασίου, αρχιεπισκόπου Αλβανίας, «Συνύπαρξη: Ειρήνη, φύση, φτώχεια, τρομοκρατία, αξίες», στη «Σύναξη» 138 (2016). Άλλη γεύση…].

ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Posted in Κατόψεις… χριστιανικές!, Uncategorized | Leave a comment

Το σχήμα του χρόνου

%cf%84%ce%b9%ce%bc%ce%b5Μετράμε συνήθως τον χρόνο με επιτυχίες ή με αποτυχίες. Περνάνε τα χρόνια και συνέχεια σκεφτόμαστε: Πόσα πέτυχα; Τι θα ‘θελα να έχω πετύχει; Πού λοξοδρόμησα; Πώς μπορώ να αλλάξω; Οι παλαιότεροι βεβαιώνουν πως έρχεται κάποια στιγμή –στη μέση ηλικία άραγε, ή αργότερα, στα στερνά;– που τα ερωτήματα γεννούν μέσα μας και κάτι το βασανιστικό: κοιτάμε τη ζωή πίσω μας και μας φαίνεται λειψή κι εμείς αποτυχημένοι. Πάντα κάτι παραπάνω θα θέλαμε να είχαμε κάνει, κάπως περισσότερο επαρκείς να είχαμε φανεί, κάπως πληρέστερους να μας είχε ξεβράσει το παρελθόν στον παρόν…

Όμως, κάτω από την επιφάνεια όλων αυτών, που αθέλητα αναδύονται κάθε που γυρνάει ο χρόνος, κείτεται αθόρυβα (και δυστυχώς ανεξέταστα) μια δεδομένη πραγματικότητα: μετράμε το χρόνο με βάση τον εαυτό μας – τις δικές μας επιτυχίες, τις δικές μας αποτυχίες. Κοιτάμε πόσο προοδεύσαμε εμείς, πόση σκιά αφήνει πίσω του το δικό μας μπόι. Οι άλλοι γύρω μας επηρεάζονται από μας θετικά ή αρνητικά, αλλά υπάρχουν υπόρρητα στην κρίση μας ως προσαρτήματά μας. Εμείς είμαστε που μας ενδιαφέρουμε κατά βάση κι εμείς είμαστε το μέτρο του χρόνου μας.

Μα τα πράγματα μπορούν να είναι και αλλιώς˙ αν το θελήσουμε. Μπορούμε, αν το θελήσουμε, να λιγοστέψουμε κάπως εμάς μέσα μας. Αντί να έχουμε έγνοια το πώς θα ψηλώσουμε εμείς, να μεταθέσουμε το βάρος της ευθύνης μας στο πώς θα ψηλώσει ο άλλος δίπλα μας, πώς θα ζήσει αυτός καλύτερα και πώς θα συμβάλουμε εμείς σ’ αυτό. Η ζωή μάς έχει δώσει καλές ευκαιρίες ως προς τούτο: μια/έναν σύντροφο, για χάρη της οποίας ή του οποίου είμαστε ικανοί να υπερβούμε τον εαυτό μας˙ γιους και κόρες ενδεχομένως, ή πατέρα και μάνα, που για χάρη τους είμαστε διατεθειμένοι να ξοδέψουμε ολότελα τον εαυτό μας, μαθητεύοντας έτσι σ’ ένα ξόδεμα που θα επεκταθεί και για χάρη όλων των άλλων τριγύρω μας. Αλλά κι αν ακόμα δεν υπάρχουν αυτά, δεν μας λείπουν οι δυνατότητες: γνωστοί και άγνωστοι, συγγενείς ή φίλοι ή απλοί περαστικοί στο διάβα μας˙ εγείρουν όλοι αίτημα στην προσοχή μας κι η ανάγκη τους αξιώνει την ευθύνη μας. Με μία προϋπόθεση: να το θελήσουμε.

Θα μου πεις: σάμπως κοιτώντας τον εαυτό μας, δεν ωφελούνται κι οι άλλοι; Κανείς δεν ζει μόνος του… Πράγματι, η ζωή δεν έχει απόλυτες διαζεύξεις. Μπορεί να με νοιάζει ο εαυτός μου μονάχα κι εντούτοις δίπλα μου άνθρωποι να ευεργετούνται, καθώς εγώ αυξάνομαι (αλλά και να ποδοπατούνται συχνά˙ όχι;). Όπως και να ‘χει, η ευθύνη για τον εαυτό μας και η ευθύνη για τους άλλους μπορούν να συμπορεύονται ίσως με κάποιο τρόπο. Αλλά και πάλι: αν το θελήσουμε˙ αν θελήσουμε να βάλουμε στο κάδρο της ευθύνης μας και τον άλλο…

Ίσως τελικά να είναι απαραίτητο, εκεί που γυρίζει ο χρόνος, να κάτσουμε λίγο και να σκεφτούμε με ποιο μέτρο μετράμε το βίο μας. Με τις θυσίες που κάναμε/ κάνουμε/ θα θέλαμε να κάνουμε (ή να κάνουν) για χάρη μας; Ή με τις θυσίες που θα θέλαμε εμείς να γίνουμε για χάρη των άλλων; Κι ίσως τότε (ή κάποτε) συνειδητοποιήσουμε αναπάντεχα, πως η ευθύνη του εαυτού μας ήταν τελικά επαχθέστερο βάρος από την ευθύνη του διπλανού. Κι αν, όπως λέει ο Σαββόπουλος, «τα χρόνια τρέχουν χύμα κι εμείς τους δίνουμε ένα σχήμα», τότε ίσως διαπιστώσουμε αίφνης πως το σχήμα που τους ταιριάζει καλύτερα μέσα μας, είναι οι κομψές φιγούρες των άλλων κι όχι οι πολλαπλές εκδοχές του ανοικονόμητου εαυτού μας.

Posted in Εσώ-λογοι | 2 Comments

Το καρτούν κι ο ποιητής

%cf%83%cf%84%ce%b9%ce%b3%ce%bc%ce%b9%cf%8c%cf%84%cf%85%cf%80%ce%bf-2016-11-12-5-38-50-%cf%80%ce%bc

Ο Ντόναλντ είναι καρτούν («Ντάναλντ» το προφέρουν οι όμοιοί του). Όπως κάθε καρτούν, ζει στην παρδαλή επιφανειακότητα˙ χάρτινη αυτή, χάρτινος κι αυτός. Το τσαλάκωμα, το μουντζούρωμα και η βραχυβιότητα της φθοράς είναι τα βασικά του ιδιώματα.

Ο Ντόναλντ είναι καρτούν. Μιλάει σαν καρτούν, χειρονομεί σαν καρτούν, είναι πολύχρωμος σαν καρτούν. Ζει στην αβαθή επιφάνεια. Δεν υπάρχει τίποτα παραμέσα. Οι γυναίκα του δανείζεται λέξεις για να μιλήσει, το σπίτι του είναι ορθάνοιχτο στην αδηφάγα περιέργεια κάθε ανθρώπινου βλέμματος του πλανήτη: κιτς χλιδή, κακόγουστη χρυσούρα και πολλά στο «πολύ». Στραφταλίζουν όλα το κενό, το τίποτα. Δεν υπάρχει μέσα. Όλα είναι έξω, όλα είναι ορατά κι εξαντλούνται σ’ αυτό που φαίνεται. Γι’ αυτό και χυδαιολογεί, συγκρούεται, επιτίθεται, βρίζει, μισεί, προσβάλλει και αδιαφορεί: οι επιθυμίες του είναι αδρές, ανεπεξέργαστες, κατακερματισμένες και σπασμωδικές. Καμία εσωτερικότητα δεν τους έχει δοθεί, κανένα «μέσα» δεν τις επεξεργάστηκε ποτέ, κανένα σύνολο δεν τις συμπεριέλαβε, ούτε επιχείρησε να τις εναρμονίσει στους κόλπους του. Το εσωτερικό του καρτούν είναι όλο κι όλο η συσκευασία του.

Ο Ντόναλντ μόλις ήρθε. Όχι τυχαία. Στο πρόσωπό του μοιάζει πως εκπροσωπείται η σύγχρονη παρακμή του δυτικού ανθρώπου. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτα παραπέρα από τα παντοδύναμα, δαιμονικά «θέλω», τα «θέλω» της βουλιμικής κατανάλωσης, της ασύδοτης επιτακτικότητας, των αχαλίνωτων ενστίκτων. Προς χρήση και κτήση καθετί – οι άνθρωποι, η ύλη, οι θέσεις, οι σχέσεις, η καταξίωση. Και το χρήμα, θεός. Αν ξύσεις το καρτούν στη χάρτινη επιφάνεια, στο νύχι σου θα μείνει λάσπη…

Ο Ντόναλντ είναι καρτούν και μόλις ήρθε.

Ο Λέοναρντ είναι ποιητής – «ήταν» πρέπει να πω κι ας πονάει αυτός ο χρόνος. Μιλούσε σαν ποιητής, τραγουδούσε σαν ποιητής, ζούσε σαν ποιητής. Τα τραγούδια του ήταν φερμένα από άλλους τόπους και άλλα βάθη.

Βάθη! Αυτή είναι η λέξη. Διότι ο Λέοναρντ ζούσε μόνο στην εσωτερικότητά του. Καθετί έξω από αυτή έμοιαζε να του είναι ξένο: όχι μόνο στους στίχους του˙ τις συνεντεύξεις του αν δει κανείς, μοιάζει πως ο άνθρωπος αυτός ερχόταν από «μέσα» – δεν διέθετε άλλο τόπο από την ανυποχώρητη εσωτερικότητά του, και δεν είχε άλλο τρόπο να την επικοινωνήσει, πέρα από τον τρόπο της ποίησης.

Ο Λέοναρντ ήταν ένας απόλυτα δυτικός άνθρωπος. Έζησε την ατομικότητά του στο σώμα του και ο εαυτός του πάλευε να γίνει εαυτός. Ήταν αυτόνομος, ελεύθερος και δυστυχής. Μα αυτός ο τύπος δυτικού ανθρώπου ήξερε να συνομιλεί με τις μεγάλες παραδόσεις του παρελθόντος: ο εβραϊσμός, η χριστιανικότητα, ο ζεν βουδισμός… Γνωρίστηκε άραγε μαζί τους ως new age τριπάκιας, ή βαθύτερα; Κατά δήλωσή του, δεν εξελάμβανε τον εαυτό του ως «a religious person» – ήταν ένας απόλυτα δυτικός άνθρωπος. Ποιος ξέρει… Σίγουρα πάντως προσέγγισε το καθετί με τον τρόπο της ποίησης, δηλαδή της καλλέργειας και της απέραντα ευγενικής και σεβαστικής εσωτερικότητας. Κι αυτό, για έναν δυτικό, είναι ο πιο κοντινός τρόπος στην αυθεντικότητα του έσω ανθρώπου.

Από τη διακριτική του παρουσία, από τις φυγές και τις επανόδους του, μέχρι τη σπηλαιώδη του φωνή (στα στερνά), όλα μαρτυρούσαν (ακόμα και σωματικά) έναν άνθρωπο εσωτερικό, βαθιά πνευματικό. Βυθίστηκε μέσα του, βυθίστηκε στις μεγάλες πνευματικές παραδόσεις –παραδομένος κι αυτός– για να κολυμπήσει, να πλυθεί ή να πνιγεί. Κολύμπησε αχόρταγα. Μα αν πλύθηκε ή αν πνίγηκε, δεν πρέπει να έμαθε ποτέ – ήταν δυτικός άνθρωπος. Από μια πάστα δυτικού, που σήμερα εκλείπει…

Ο Λέοναρντ ήταν ποιητής και μόλις έφυγε. Ο Ντόναλντ ήρθε. Μα έχουν κάτι κοινό αυτοί οι δύο: με τη φυγή του πρώτου και τον ερχομό του δεύτερου, ο κόσμος μας αίφνης λιγόστεψε…

Posted in Εσώ-λογοι, Εκεί που 'ναι κι οι άλλοι… | 1 Comment