Πεπρωμένη νύχτα

Για το βιβλίοpek του Σταύρου Ζουμπουλάκη, «Ο στεναγμός των πενήτων. Δοκίμια για τον Παπαδιαμάντη»

Ο κόσμος αρχίζει να υπάρχει από τη στιγμή που γίνεται λόγια. Δεν αναφέρομαι στον αρχέγονο συμβολισμό της θείας δημιουργικής προσταγής («εἶπεν ὁ Θεός… καὶ ἐγένετο»), αλλά στον ανθρώπινο στοχασμό –με λόγια στοχαζόμαστε– που προικίζει τη φαινόμενη ύλη με το νόημά της. Η ύλη και τα φαινόμενά της γίνονται κόσμος, κόσμημα, όταν ο άνθρωπος την ονοματίζει (όπως ο αρχέγονος Αδάμ) και της προσδίδει το νόημα και τον προορισμό της. Κάπως έτσι κι ο Παπαδιαμάντης βάζει τον κόσμο στο χαρτί. Κι αυτός γίνεται αίφνης και κόσμος δικός του: ο αντικειμενικός κόσμος όλων μας σαρκώνεται με τα δικά του λόγια και γίνεται συνάμα κόσμος διακριτός, κόσμος αποκλειστικά δικός του, που για να υπάρξει κι αυτός με τη σειρά του, έχει ανάγκη τα λόγια τα δικά μας˙ τα λόγια εκείνα που θα αποπειραθούν να ξεκλειδώσουν τα κρυφά περάσματά του και να μας ξεναγήσουν στις γωνιές του, τα λόγια εκείνα που θα δώσουν στον κόσμο του Παπαδιαμάντη το νόημά του – όχι μόνο εκείνο που ο ίδιος θέλησε ρητά ή υπόρρητα, αλλά κι αυτό που θα δούμε εμείς πάνω του, για να πλάσουμε κι εμείς με τη σειρά μας τον δικό μας κόσμο, και ούτω καθεξής. Οι απόπειρες αυτές δεν είναι απλώς λόγια πάνω στα λόγια, για να πληθαίνει η φλυαρία. Είναι αλλεπάλληλες προσπάθειες (πετυχημένες ή μη) να στήσουμε αυτί σε όσες περισσότερες μπορούμε από τις (άπειρες) αντηχήσεις αυτού του κόσμου. Κι όσο καλύτερος ο συγγραφέας, τόσο καλύτερο και το αποτέλεσμα. Είχαμε τον Παπαδιαμάντη να μας δείχνει τον κόσμο. Τώρα έχουμε και τον Ζουμπουλάκη να μας δείχνει τον παπαδιαμαντικό κόσμο και να φτιάχνει τον δικό του, για να μπορούμε κι εμείς να χτίσουμε πάνω στον δικό τους, ή να διαβούμε από μέσα τους προς τα βάθη του ενός κόσμου, αυτού που όλοι ζούμε και του οποίου τις αντηχήσεις παλεύουμε να αφουγκραστούμε.

Ήθελα να γράψω πέντε κουβέντες γι’ αυτό το βιβλίο, αλλά δεν ήξερα πώς. Η δυσκολία μου έγκειτο στο γεγονός ότι τα δοκίμια είναι ανόμοια μεταξύ τους και με ξεπερνούσαν. Κάποια στοχάζονται με λεπτότητα πάνω σε επιμέρους διηγήματα (Αδυσώπητη ζωή, Πεπρωμένη Νύχτα, Αναπάντεχα Χριστούγεννα κ.α.). Άλλα καταπιάνονται με ειδικότερα ζητήματα της μελέτης του παπαδιαμάντειου έργου, της φιλολογίας και της παραφιλολογίας του (Η εκκλησιαστική αρθρογραφία του Παπαδιαμάντη, Ο Παπαδιαμάντης κι ο μεγάλος κανόνας κ.α.). Άλλα μιλούν για τις ιδεολογικές προϋποθέσεις που καθόρισαν κάποιες αναγνώσεις του Παπαδιαμάντη (Παπαδιαμάντης και Δημαράς – το νόημα μιας απόρριψης, Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος και η Ορθόδοξη ερμηνευτική του Παπαδιαμάντη). Και τέλος, άλλα συζητούν το έργο του Σκιαθίτη είτε τοποθετώντας το στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο (Μυστική συνάντηση κορυφής, Τριανδρία), είτε πιθανολογώντας τι του μέλλεται, έτσι καθώς αποξενώνονται οι νέες γενιές από τη γλώσσα και το πολιτιστικό του πλαίσιο (Παπαδιαμάντης μεταφρασμένος «για παιδιά και νέους», Ο Παπαδιαμάντης από τα Ελληνικά στα Ελληνικά).

Δέκα έξι λοιπόν δοκίμια, ασύμμετρα μεταξύ τους. Πώς να μιλήσεις για το βιβλίο; Δεν έχω τις προϋποθέσεις να καταπιαστώ ξεχωριστά με την κάθε κατηγορία. Θα προτιμήσω λοιπόν να μιλήσω για το νοητό κέντρο βάρους του βιβλίου, για κείνο τον κοινό καμβά που βρίσκεται πίσω απ’ όλα τα δοκίμια, τα συνέχει και τους παρέχει την αξία τους: είναι η φωνή του δοκιμιογράφου, ο οποίος αναδεικνύεται ως «εξουσίαν έχων» απέναντι στο παπαδιαμαντικό έργο. Και διαθέτει αυτή την «εξουσία», την δέουσα επάρκεια, επειδή επιδεικνύει τρία βασικά χαρακτηριστικά: την ταπεινή φιλοπονία του ερευνητή, την πλήθουσα γνώση του φιλολόγου και τη διεισδυτική περιέργεια του (κατά Μ. Μπαχτίν) «στοχαστή». Θα εξηγήσω τι εννοώ, αλλά για να μη γίνει αυτό το σημείωμα ένα ατεκμηρίωτο «λιβάνισμα» του ΣΖ –δεν το έχει ανάγκη και σίγουρα όχι από μένα– θα το εξηγήσω συγκεκριμένα, παίρνοντας ως παράδειγμα ένα δοκίμιο του βιβλίου, όχι απαραιτήτως το καλύτερο, πάντως σίγουρα το περιεκτικότερο γι’ αυτό που θέλω να πω, ώστε να αναδείξω εν σμικρώ τα τρία αυτά ιδιώματα του ΣΖ., που διέπουν εν εκτάσει όλο το βιβλίο. Θα μιλήσω για την «Πεπρωμένη νύχτα» (αναφορά στο διήγημα «Ο ξεπεσμένος Δερβίσης»). Ενώ σε όλο το βιβλίο, τα τρία παραπάνω χαρακτηριστικά του ΣΖ υπάρχουν σε ποικίλες ποσοστώσεις (κάπου υπερτερεί ο στοχαστής, αλλού πιάνει το νήμα ο ερευνητής ή σε άλλο σημείο κανοναρχεί τον ρυθμό της γραφής η ευαισθησία του φιλολόγου κ.ο.κ.), στο συγκεκριμένο δοκίμιο διακρίνονται και τα τρία, ανάγλυφα και συμπυκνωμένα.

Ο Ξεπεσμένος δερβίσης του Παπαδιαμάντη είναι απλά μια εικόνα. Είναι η σχεδόν στατική περιγραφή μιας ανθρώπινης φιγούρας, ενός μουσουλμάνου (άγνωστο ποιος), που βρέθηκε στην παλιά Αθήνα (άγνωστο πώς) και διανυκτερεύει συνήθως, παίζοντας το νάι του, σ’ έναν καφενέ που ‘χει άδεια να μένει ανοιχτός ολονυχτίς. Ο συγγραφέας τον αποκαλεί «Ξεπεσμένο δερβίση». Είναι φιγούρα μυστική, σαν φάντασμα, «ἄστεγος, ἀνέστιος, φερέοικος». Ανταμώνει τον σαλεπτζή, τους νυχτερινούς γλεντζέδες, τους θαμώνες του καφενείου, αλλά είναι μόνος, σχεδόν σιωπηλός, σχεδόν απόκοσμος. Τόπος του διηγήματος είναι οι παρειές της Ακρόπολης, το Θησείο. Χρόνος είναι μία και μόνο νύχτα, τότε που μια σήραγγα εκεί δίπλα «ἐσκάπτετο, εἶχε σκαφῆ» ή (πιο κάτω) «ἐσκάπτετο, ἦτο σκαμμένη» [ακούγεται σαν μακρινό απήχημα του χρονικού ρυθμού του ευαγγελικού «έρχεται ώρα και νυν εστί» (Ιωάν. 5,25)]. Εκείνη τη νύχτα, τη μία νύχτα του διηγήματος, ο ξεπεσμένος δερβίσης θα βρει το καφενείο κλειστό. Το έχουν κλείσει για μία μόνο βραδιά οι τοπικές αρχές. Εκείνος δεν έχει πού να πάει και καταφεύγει στη μισοτελειωμένη σήραγγα για να βρει απάγκιο. Και μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, απ’ το βάθος της σήραγγας απλώνεται ο ήχος του νάι: «Νάϊ, νάϊ γλυκύ… Αὔρα, οὐρανός, ᾆσμα γλυκερόν… ὡς κελάρυσμα ρύακος εἰς τὸ ρεῦμα… Νάϊ, νάϊ… Κατὰ δύο κοκκίδας, διαφέρει διὰ νὰ εἶναι τὸ Ναί, ὁποὺ εἶπεν ὁ Χριστός… μελωδία ἱκετεύουσα τὸ ἄπειρον».

Αυτό είναι το διήγημα. Στο τέλος του, στο τέλος εκείνης της νύχτας, ο ξεπεσμένος δερβίσης εξαφανίζεται και χάνεται, έτσι απρόσμενα κι ανώνυμα καταπώς προέκυψε στα σοκάκια του Θησείου.

Ποιο το περιεχόμενο του διηγήματος; Ποιες οι βαθύτερες γωνιές του; Ο δοκιμιογράφος εντοπίζει αρχικά τον παπαδιαμάντειο χαρακτηρισμό «πεπρωμένη» για τη νύχτα. Είναι χαρακτηρισμός που απαντάει τρεις φορές στο διήγημα και καμία άλλη στο παπαδιαμαντικό corpus. Τι να σημαίνει; Ο δοκιμιογράφος παραπέμπει στην 97η σούρα του Κορανίου, με τίτλο «Το Πεπρωμένο». Άραγε η ομοιότης είναι τυχαία; Όχι. Ο ερευνητής παίρνει θέση και προσκομίζει επιχειρήματα: μπορεί η μετάφραση του Κορανίου (του Γ.Ι. Πεντάκη), που κυκλοφορούσε στα χρόνια του Παπαδιαμάντη, να μη χρησιμοποιεί τη λέξη «πεπρωμένο» για τη Σούρα 97, αλλά ο Παπαδιαμάντης δεν έχει υπόψη του εκείνη τη μετάφραση (αυτό αποδεικνύεται απ’ το ότι σε άλλο διήγημά του, ο Παπαδιαμάντης δεν χρησιμοποιεί τη μετάφραση του Πεντάκη). Κατά πάσα πιθανότητα, ο Παπαδιαμάντης, ως γλωσσομαθής, έχει υπόψη του κάποια αγγλική ή γαλλική μετάφραση του Κορανίου. Κατόπιν, ο δοκιμιογράφος θέτει το ερώτημα: είναι η «πεπρωμένη νύξ» του διηγήματος, η κορύφωση του μουσουλμανικού ραμαζανιού; Και απαντά: Όχι. «Ο ιστορικός χρόνος του “Ξεπεσμένου δερβίση” είναι το 1895. Η σήραγγα που “εσκάπτετο, είχε σκαφή” , είναι η σήραγγα του σιδηροδρόμου Αθηνών-Πειραιώς, οι γραμμές του οποίου προεκτάθηκαν από τον μοναδικό σταθμό του Θησείου μέχρι την Ομόνοια, με ενδιάμεσο σταθμό το Μοναστηράκι, και η οποία άρχισε να λειτουργεί τον Μάιο του 1895. Το Ραμαζάνι εκείνη τη χρονιά έπεφτε τον Μάρτιο του δικού μας ημερολογίου ενώ ο χρόνος του διηγήματος είναι Φθινόπωρο…».

Ανέφερα όλες αυτές τις πραγματολογικές παρατηρήσεις, που προσκομίζει ο δοκιμιογράφος, για να αποδείξω αυτό που είπα παραπάνω: ο ΣΖ δεξιώνεται με ταπείνωση την κοπιώδη δουλειά του ερευνητή και θεμελιώνει το δοκίμιό του με φιλολογικούς αρμούς επιδέξιας μαστορικής. Το δοκίμιό του δεν είναι «ποιητικορητορείες», δεν είναι αέρας ή αστήρικτες κουβέντες. Είναι δεξίωση του συγκεκριμένου, που προκύπτει με κόπο. Η εμπράγματη ιδιότητα του φίλεργου ερευνητή και του λόγιου φιλολόγου είναι που απομακρύνει τον συγκεκριμένο δοκιμιογράφο από τη μεγαλαυχία του εστέτ διανοουμένου και τον βάζει να συστοιχίζεται με κείνα τα ταπεινά «μυρμήγκια που σκάβουν στου κόσμου το ρήμαγμα», όπως λέει ένα σύγχρονο τραγούδι, για να προκύψει, καταπώς αναφέρει κάπου ο Μπωντλαίρ (το παραθέτει σε άλλο σημείο ο ΣΖ.), η «τρύπα [η] σκαμμένη από γενιές μυρμηγκιών» (σελ. 21, όπου και η παραπομπή), δηλαδή όλο εκείνο το αντιφέγγισμα από το βάθος του κόσμου, που συνιστά το νόημά του και την αξία του.

Αλλά ακόμα κι αν κάποιος ισχυριστεί πως απλώς εικάζω τέτοιες δεξιότητες στον ΣΖ, δεδομένου ότι ο δοκιμιογράφος ενδέχεται να ερανίζεται τις πραγματολογικές του παρατηρήσεις από άλλους ερευνητές και φιλολόγους κι όχι από προσωπικό μόχθο –σάμπως μικρή δουλειά έχει γίνει πάνω στο έργο του Παπαδιαμάντη μέχρι σήμερα;– εγώ θα αντέτεινα ότι ακόμα κι έτσι να είναι (που δεν είναι, διότι ένας έμπειρος αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τα δάνεια από τους κόπους στις υποσέλιδες παραπομπές), το μείζον χάρισμα του δοκιμιογράφου δεν προκύπτει από τις πραγματολογικές παρατηρήσεις, δεν βρίσκεται εκεί. Το μείζον χάρισμα του συγκεκριμένου δοκιμιογράφου βρίσκεται στη λογιοσύνη του, στο βάθος και την ευρύτητα του στοχασμού του. Θα γίνω κι επ᾽ αυτού συγκεκριμένος.

Ο ΣΖ θέτει το ερώτημα: «Τι είναι εκείνο που έχει η νύχτα του “Ξεπεσμένου Δερβίση”, ώστε να μπορεί να αποκληθεί πεπρωμένη», ενώ φαινομενικά είναι μια νύχτα σαν όλες τις άλλες, δίχως τίποτα το σημαντικό; «Έχει κάτι ιερό», απαντά, «κάτι εκστατικό, κάτι αποκαλυπτικό». Ο ήχος του νάι «μελωδεί εναρμονίως το Ναι του Χριστού». Ο Παπαδιαμάντης εξάλλου το επισημαίνει ξεκάθαρα, «Κατὰ δύο κοκκίδας, διαφέρει διὰ νὰ εἶναι τὸ Ναἰ, ὁποὺ εἶπεν ὁ Χριστός». Ο ΣΖ μάς προσκομίζει την παραπομπή: «ὁ γὰρ τοῦ Θεοῦ υἱὸς Ἰησοῦς Χριστὸς… οὐκ ἐγένετο ναὶ καὶ οὔ, ἀλλὰ ναὶ ἐν αὐτῷ γέγονεν· ὅσαι γὰρ ἐπαγγελίαι Θεοῦ, ἐν αὐτῷ τὸ ναί…» (2 Κορ. 1, 19-20). Αλλά όχι μόνον αυτό. Ο ΣΖ μάς εξηγεί και το τί είναι αυτό το Ναι, αντλώντας από τις τέσσερις ταλμουδικές μελέτες του Εμμανουήλ Λεβινάς: είναι «η πρώτη λέξη, αυτή που καθιστά δυνατές όλες τις άλλες, μέχρι και το όχι της αρνητικότητας και το “ενδιάμεσο” που είναι “ο πειρασμός του πειρασμού”, είναι ένα ναι άνευ όρων. Άνευ όρων σίγουρα αλλά όχι αφελές. […] Πρόκειται για ένα ναι αρχαιότερο από την αφελή αυθορμησία». Και συνεχίζει τον συλλογισμό ο ίδιος ο ΣΖ: «Πρόκειται για το ναι της ευθύνης και της τιμιότητας… πρόκειται τελικά για το απροϋπόθετο και απεριόριστο ναι της ευθύνης για τον άλλο, η οποία προηγείται της ελευθερίας και την υπερβαίνει».

Τι έχουμε λοιπόν εδώ; Έχουμε τον Παπαδιαμάντη, που, για να μιλήσει για την εκστατική ιερότητα μιας νύχτας μυστικής, μάς μιλά για το νάι και την «στενὴν συγγένειαν μὲ τὰς ἀρχαίας ἁρμονίας, τὰς φρυγιστί καὶ λυδιστί», και συνάμα για το Ναι του Χριστού, παραπέμποντάς μας στις προσλαμβάνουσες της χριστιανικής παράδοσης, και τέλος, πίσω από την «πεπρωμένη νύχτα», μάς κρύβει και κάτι άλλο. Ο ΣΖ παίρνει τη σκυτάλη, ξεκλειδώνει αυτό το κάτι άλλο και μας αποκαλύπτει πως ο Σκιαθίτης λογοτέχνης αντλεί κι από τις προσλαμβάνουσες μιας άλλης μεγάλης παράδοσης, της μουσουλμανικής: «Οι άγγελοι και το Πνεύμα κατέρχονται τη νύχτα αυτή, με την ευλογία του Κυρίου, και κομίζουν τις εντολές» (Κοράνι, Σούρα 97,4). Κι επιπλέον, ο δοκιμιογράφος έρχεται να στοιβάξει και το δικό του λιθάρι πάνω σ’ όλα αυτά: προσκομίζει μιαν εξήγηση γι’ αυτές τις «εντολές», φερμένη από μια τρίτη μεγάλη παράδοση, την ταλμουδική εξηγητική παράδοση του Εβραϊσμού και μάλιστα στις νεωτερικές της αναγνώσεις. Χριστιανισμός, λοιπόν, Μουσουλμανισμός και Ιουδαϊσμός. Οι τρείς ιερές παραδόσεις του μονοθεϊστικού κόσμου: όλες οι αρχέγονες ενατενίσεις περί ανθρώπου, κόσμου και Θεού, σε ένα δοκίμιο, σε λίγες σελίδες, που συμπυκνώνουν τα πάντα, ανοίγουν διάπλατα τον «Ξεπεσμένο δερβίση» και μας εξακοντίζουν στα βάθη της προαιώνιας σοφίας. Αίφνης, ο μοναξιασμένος δερβίσης ενός διηγήματος, ο πλάνης, ο άστεγος, ο σιωπηλός, γίνεται σύμβολο της ανθρώπινης περατότητας, σύμβολο της επίγειας συνθήκης, και το νήμα του συμβόλου σκίζεται, μέσα από ένα δοκίμιο, σε αδιόρατες κλωστές για ν’ ακροβολιστεί μέχρι τα απέραντα βάθη των ανθρώπινων παραδόσεων και των συμφραζομένων τους, και να μας ενώσει μαζί τους. Να γιατί είπα στην αρχή πως τα πετυχημένα λόγια πάνω στα λόγια, μάς βάζουν να στήνουμε αυτί στις αντηχήσεις που ‘χει στα σπλάχνα του κρυμμένες το αρχέγονο σπήλαιο αυτού του κόσμου. Και να γιατί χρειάζεται βάθος ικανού στοχασμού για να μπορέσεις να διαγνώσεις στον Παπαδιαμάντη και να φανερώσεις μέσα απ’ αυτόν «φωνή υδάτων πολλών». Κι ο ΣΖ το διαθέτει αυτό το βάθος. Ξεκλειδώνει τον κόσμο του Παπαδιαμάντη, με την επιμονή του ερευνητικού μόχθου, φανερώνει τα μυστικά του με το διεισδυτικό βλέμμα του έμπειρου φιλολόγου, και χτίζει πάνω σ’ αυτά τον ολόδικό του κόσμο, με την ευρύτητα εκείνη που ‘χει για χνάρι του κάθε αποδεδειγμένα εμβριθής στοχαστής. Με άλλα λόγια, ο δοκιμιογράφος αναμετριέται με τον λογοτέχνη, σεβαστικά και άφοβα˙ αναμετριέται μαζί του ως «εξουσίαν έχων»…

Ελπίζω να κατάφερα να εξηγήσω επαρκώς τους αρχικούς μου ισχυρισμούς. Και δεν νιώθω διόλου την ανάγκη να απολογηθώ για τον υπερθετικό βαθμό των χαρακτηρισμών μου˙ ανήκω σ’ αυτούς που πιστεύουν πως, αν είναι ν᾽ ανοίξεις το στόμα σου για να μιλήσεις για κάποιο πόνημα της ανθρώπινης δημιουργικότητας, τότε κάντο μόνο αν αυτό σε έχει ενθουσιάσει επαρκώς. Ειδάλλως, γιατί να σπαταλάς τον χρόνο των αναγνωστών;

Posted in Περιτεχνολόγιο… | Leave a comment

Ο εσωτερικός εχθρός

pegasus_LARGE_t_242261_54492775

πηγή: thetravelbook.gr

Ο γιος μου είναι πεντέμιση ετών. Στο νηπιαγωγείο. Τη Μεγάλη Παρασκευή, στην ακολουθία του επιταφίου, τον είχα στον ναό, κατάχαμα καθισμένο σε μια γωνιά, μαζί με τη μικρή του αδερφή, να ζωγραφίζει σε κάτι μπλοκ που τους είχαμε δώσει. Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα εκείνου του πανέμορφου «Δος μοι τούτον τον ξένον». Οι ψάλτες το έψαλλαν ως εξής: ο ένας κανοναρχούσε τους στίχους σε νεοελληνική μετάφραση κι ο άλλος τους έψελνε στην αρχαία. «Δώσε μου εκείνο τον ξένο…».

Λίγο μετά βγήκαμε για την περιφορά. Η διαδρομή ήταν μεγάλη, τα παιδιά κουράστηκαν, νύσταξαν. Γυρίσαμε στην Εκκλησία κατά τις δέκα το βράδυ. Εκεί απέξω στα σκαλιά, ο ιερέας διάβασε και πάλι σε νεοελληνική μετάφραση (μια εξαιρετική μετάφραση) την προφητεία του Ιεζεκιήλ, για την κοιλάδα των ξηρών οστών. Σ’ αυτές τις δύο μόνο στιγμές παρεισέφρυσε η Νεοελληνική στη συγκεκριμένη λατρευτική περίσταση.

Την επόμενη μέρα, το μεσημέρι, ο γιος μου ζωγράφιζε πάλι στο τραπέζι της κουζίνας. Εκεί κάπου, μονολογώντας, τον άκουσα να λέει «Δώσε μου εκείνο τον ξένο…». Λίγο μετά ήρθε και με βρήκε στο γραφείο μου: «Μπαμπά», με ρώτησε, «Τι ήταν εκείνο που είπε χθες ο πατηρ Α. για την πεδιάδα με τα ξερά κόκκαλα, που πήραν σάρκες και νεύρα και δέρμα και γίναν άνθρωποι;». Με έβαλε να του διηγηθώ εξαρχής την προφητεία και με κοίταγε με τα παιδικά του μάτια ορθάνοιχτα από έκπληξη και περιέργεια. Του μίλησα κάποια στιγμή για τα «νεκρά κόκκαλα»… «Όχι», με διόρθωσε, «ξερά κόκκαλα»…

Είχε ακούσει όλη την ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής ζωγραφίζοντας και χαζολογώντας σε μια γωνιά. Είχε κουραστεί κι είχε νυστάξει. Όμως, την επόμενη ημέρα φάνηκε πως ό,τι ακουγόταν στον ναό, γινόταν και δικό του άκουσμα, χωρίς απαραιτήτως να είναι ο ίδιος προσηλωμένος σ’ αυτό. Ακόμα κι όταν δεν πρόσεχε, το αυτί του προσελάμβανε. Κι όταν ήρθε η ώρα της ανάκλησης, η ώρα να αναδυθούν από μέσα του αυτά που είδε και άκουσε, δηλαδή η εμπειρία του παρελθόντος, ο νους του στάθηκε μονάχα σε κείνα τα δύο κομμάτια που μίλησαν στην καρδιά του˙ και μίλησαν στην καρδιά του γιατί μίλησαν τη γλώσσα της καρδιά του, τη γλώσσα που πρωτοάκουσε απ’ τη μάνα του στην κούνια – μ’ αυτή τον νανούρισε, μ’ αυτή του γλυκομίλησε. Οι άνθρωποι μεγαλώνοντας μαθαίνουμε πολλές γλώσσες. Μία όμως είναι η «μητρική» μας κι αυτή είναι που μιλάει ευθεία στην καρδιά μας.

Σκέφτομαι πως τα παιδιά μου θα τα ‘χω δίπλα μου στην εκκλησία μέχρι την εφηβεία τους. Μπορεί και μετά ή μπορεί και όχι, ποιος ξέρει – εκεί προς την εφηβεία, τα παιδιά αρχίζουν να παίρνουν τον δικό τους δρόμο και να κάνουν τις δικές τους επιλογές. Μέχρι τότε όμως, θα ακολουθούν καταπόδας τα βήματά μας προς τον ναό. Σε κάθε λειτουργία, σε κάθε ακολουθία, σε κάθε λατρευτική περίσταση. Και σκέφτομαι πως αν μέσα στον ναό ακούγονταν πολλά στη νεοελληνική γλώσσα (όχι όλα, δεν γίνεται όλα, ούτε πρέπει), τότε τα παιδιά μου θα είχαν την ευκαιρία για 13-15 χρόνια να ακουν αδιάλειπτα ζωντανή θεολογία. Δεν θα χρειαζόταν τίποτα να τους πούμε εμείς. Θα άκουγαν, θα θαύμαζαν, θα ρώταγαν από μόνα τους. Η μητρική τους γλώσσα θα φρόντιζε να οδηγεί έννοιες, εικόνες, αισθήματα και παραβολές στον κρυφό χώρο της καρδιάς τους. Κι όλοι ξέρουμε τι σημαίνει να ‘χει ο άνθρωπος από παιδί κάποια πολύτιμα πράγματα κλειδωμένα στην καρδιά του…

Αλλά η ορθόδοξη εκκλησία δεν θέλει καν να ακούσει για μετάφραση στη λατρεία. Όπως κάποτε δεν ήθελε επίσης να διανοηθεί μετάφραση της Βίβλου. [Σκοτώθηκαν άνθρωποι στα «Ευαγγελικά», στα επεισόδια που προκάλεσε η σύγκρουση για τη μετάφραση της Βίβλου, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Κι η σύγκρουση εκείνη τελείωσε με «νίκη» των αρνητών της μετάφρασης… Τι τραγική ειρωνεία… Ποιος τους θυμάται σήμερα, που έχουμε πια το προνόμιο να διαβάζουμε τη Βίβλο στη γλώσσα μας;].

Κι ακόμα σκέφτομαι πως την Εκκλησία κανείς εξωτερικός εχθρός δεν μπόρεσε να τη λυγίσει, να κάνει το μήνυμά της να θολώσει, την αλήθεια της να σιγήσει ή να νοθευτεί. Ακόμα κι οι αυτοκράτορες που το προσπάθησαν, τσακίστηκαν πάνω στα βράχια της χριστιανικής ανθεκτικότητας. Αν όμως υπάρχει ένας έστω εχθρός που μπορεί να κάνει την Εκκλησία να λυγίσει, να πάψει να είναι αυτό που ήταν πάντα –ελπίδα και φως για τους ανθρώπους– τότε αυτός είμαστε εμείς οι χριστιανοί, ο εσωτερικός εχθρός. Εμείς έχουμε την ικανότητα να διαλύσουμε την Εκκλησία, να σβήσουμε τη φλόγα της, να την κάνουμε να γονατίσει και να παραδώσουμε την αλήθεια της στη λήθη και το σκοτάδι. Και την έχουμε αυτή τη δυνατότητα γιατί ο Χριστός μάς την εμπιστεύτηκε, μας όρισε διακονητές και επισκόπους της, ελεύθερους κατά πάντα, ελεύθερους ακόμα και να αρνηθούμε την αληθινή ζωή της, από οκνηρία ή ανία ή συνήθεια ή «ευσέβεια»˙ ευσέβεια στρεβλή, ικανή να βαλσαμώσει την αλήθεια σ’ ένα νεκρό εκμαγείο που καμώνεται την «παράδοση».

Δεν ξέρω πόσα πράγματα θα ευδοκήσει ο καλός Θεός να κερδίσουν τα παιδιά μου από τη λατρεία, σ’ αυτά τα κρίσιμα 13-15 χρόνια της παιδικής λατρευτικής τους ζωής. Ξέρω όμως πόσα τους στερεί και θα τους στερήσει ο εσωτερικός εχθρός. Χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι…

Posted in Κατόψεις… χριστιανικές! | Leave a comment

Σαπίλα ή αλάτι;

ΑμβρόσιοςΣπάνια επικαλούμαι τη θεολογική μου ιδιότητα. Δεν μου αρέσει να λέω ότι είμαι θεολόγος. Όχι γιατί δεν τιμώ τη θεολογία – το αντίθετο, την τιμώ τόσο, ώστε να μην την ευτελίζω ασύνετα πλάι στο όνομά μου. Και δεν είναι ότι μου αρέσουν εκείνα τα ευσεβοφανή που λένε διάφοροι συνάδελφοι ότι «μόνο ο Ευαγγελιστής Ιωάννης κι ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός ήταν “θεολόγοι” (άντε κι ο Άγιος Συμεών…), όχι εμείς». Προσωπικά, αρνούμαι να αυτοπροσδιορίζομαι θεολόγος, διότι ο Θεός με αξίωσε να γνωρίσω πραγματικούς θεολόγους της εποχής μας, με γνώση και σπουδή, με διάκριση και κύρος, ανθρώπους που έχουν μελετήσει τη Βίβλο και την πατερική παράδοση κι έχουν μάθει να διακρίνουν την ουσία από το περίβλημά της.

Όμως, ας μου επιτραπεί τούτη την ώρα να επικαλεστώ τη θεολογική μου ιδιότητα, αν και, εν προκειμένω, η απλή ιδιότητα του χριστιανού μπορεί και να επαρκεί για ό,τι θέλω να πω. Δείτε, παρακαλώ, το εξής βιντεάκι (από το 6:20 και μετά). Είναι ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας που μιλά.

Αν η θεολογική μου ιδιότητα ή η ιδιότητα του χριστιανού μού προσδίδει κάποια ευθύνη˙ αν μας επιφορτίζουν κάποιο χρέος τα λόγια του αποστόλου Παύλου στην Α´ Προς Κορινθίους επιστολή (5,12-13)˙ αν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου να κρατήσουμε ανόθευτη τη μαρτυρία της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο˙ αν έχει νόημα να διακρίνουμε τι ίσταται και τι καταπίπτει μέσα στην «αυλή» μας, την αυλή της Εκκλησίας˙ αν υπάρχει λόγος να διατηρούμε τα εσωτερικά μας αντανακλαστικά σε εγρήγορση και τα κριτήριά μας καθαρά˙ αν, τέλος, έχουν την παραμικρή αξία τα λόγια μου, συγχωρέστε μου να το πω με όση δύναμη διαθέτω: ο άνθρωπος που είδατε στο παραπάνω βιντεάκι, ΔΕΝ είναι χριστιανός ποιμένας. Δεν τον εξαιρώ εγώ από αυτή του την ιδιότητα. Είναι τα ίδια του τα λόγια που τον εξαιρούν. Μην μπερδεύεστε από το γεγονός ότι κατέχει μητροπολιτικό θώκο – δεν είναι τα ράσα που κάνουν τον παπά. Ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας έχει de facto εκπέσει από τη χαρισματική του διακονία, έχει de facto απωλέσει το δικαίωμα να ονομάζεται χριστιανός ποιμένας. Αν υπάρχει Ιερά Σύνοδος, αν λειτουργούν τα αρμόδια θεσμικά όργανα, θα τον εγκαλέσουν και τυπικά για τη δημόσια αυτή τοποθέτησή του (που έγινε μάλιστα εν πλήρη αρχιερατική περιβολή, σε λατρευτική περίσταση!). Αλλά αυτό μόνο επικυρωτική σημασία θα έχει – για όλους εμάς, που θέλουμε να ασκούμαστε μέσα στον στίβο της Εκκλησίας, ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας έχει χάσει κάθε νομιμοποίηση στα μάτια μας και η θεσμική επιβεβαίωση αυτής της πραγματικότητας έχει καθαρά τυπικό χαρακτήρα.

Δεν είναι η αντιπάθειά μου προς το πρόσωπο του ταλαίπωρου ανδρός, η αιτία όσων γράφω εδώ. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα του λάθους και το περιθώριο της μετάνοιας. Και η Εκκλησία χωρεί και συγχωρεί τα πάντα. Αλλά τίποτα από αυτά δεν μπορεί να λειτουργήσει μέσα στην Εκκλησία, αν χάσουμε τη δυνατότητά μας να ξεχωρίζουμε τι αληθεύει μέσα στο σπιτικό μας και τι νοθεύει την αλήθεια του. Έχει σημασία να καταλάβουμε πως αν αφήσουμε και αυτή την παρεκτροπή του Αιγιαλείας – μία μέσα στις πολλές– να περάσει δίχως να τη στιγματίσουμε εμφατικά, τότε αφήνουμε τα κριτήριά μας να θολώνουν: τι αποτελεί άγιο και τι εφάμαρτο τελικά; Ποιο λάθος είναι απλώς πταίσμα και ποιο έγκλημα; Ποια δήλωση, ποια πράξη αμαυρώνει τη μαρτυρία της Εκκλησίας και ποια την αναδεικνύει απαστράπτουσα; Ποιος χριστιανός παραπλανά τους ανθρώπους και ποιος τους βοηθά να βρουν τον Χριστό; Αν δεν διακρίνουμε αυτά τα πράγματα, τότε η χριστιανική βιοτή γίνεται άλλος ένας θολός πολτός, ανάμεσα στις τόσες ζωές που προτείνει ο σύγχρονος κόσμος. Οι χριστιανοί καταλάβαιναν πάντα την αποστολή τους στον κόσμο ως «άλας» (Ματθ. 5,13), ως αλάτι που αρταίνει την ανθρώπινη ζωή, όχι μόνο δίνοντάς της τη νοστιμιά του νοήματος αλλά και κρατώντας μακριά (όπως το αλάτι στα αποθηκευμένα τρόφιμα) κάθε σαπίλα. Αν οι χριστιανοί εύχονται τη σαπίλα των άλλων και θέλουν αυτή να σκορπούν, αντί να την κρατούν μακριά, πολύ απλά δεν είναι χριστιανοί. Κι αν μπερδέψουμε το αλάτι με τη σαπίλα, τότε Εκκλησία δεν υπάρχει κι ο κόσμος χάνει την ελπίδα του.

Δεν θα επιχειρηματολογήσω γιατί οι δηλώσεις του Αιγιαλείας είναι σαπίλα κι όχι αλάτι – δεν επιχειρηματολογεί κανείς για τα αυτονόητα. Ούτε με όσα λέω συντάσσομαι τάχα στο πλευρό όσων θέλησε να στιγματίσει ο, κατ’ όνομα, επίσκοπος – μόνο ανόητος πρέπει να είναι κανείς για να μου καταλογίσει τέτοιες προθέσεις. Άλλο πράγμα θέλω να θυμίσω εδώ: «Προσέχετε μη σας ξεγελάσει κανείς», λέει ο Κύριος, «Γιατί πολλοί θα εμφανιστούν επικαλούμενοι το όνομά μου, λέγοντας “εγώ είμαι ο Χριστός” και θα παραπλανήσουν πολλούς» (Ματθ. 24,5). Ο κάθε επίσκοπος στέκει εις τύπον και τόπον Χριστού. Κάθε επίσκοπος είναι εικόνα του Χριστού μέσα στην Εκκλησία. Με άλλα λόγια, ο Μητροπολίτης Αιγιαλείας «εμφανίζεται επικαλούμενος το όνομα του Κυρίου» και παλεύει να μας ξεγελάσει, να μας παραπλανήσει. Δεν θα το πετύχει…

Posted in Κατόψεις… χριστιανικές! | 14 Comments

Ήταν το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος έκπληξη;

nai_oxi-750x400Ο Χρήστος Γιανναράς, διανοούμενος με ζωηρή σκέψη και παρρησία, έγραψε στο κυριακάτικο φύλλο της Καθημερινής (27/3/2016) ένα όμορφο κείμενο (βλ. εδώ), όπου εξήρε ως «έκπληξη», την αδελφική αντιμετώπιση της προσφυγιάς από τμήμα του ελληνικού λαού. Μετά από αυτοπρόσωπη (καταπώς αφήνει να εννοηθεί) διερεύνηση στον Πειραιά, ο συντάκτης δείνει μια γλαφυρή εικόνα όλων εκείνων των αφανών ηρώων, που αντιμετωπίζουν με αυταπάρνηση και ανιδιοτέλεια τη δυστυχία των εξ ανατολών συνανθρώπων μας, που μοίρα τραγική τούς έφερε να ζητήσουν καταφυγή στον τόπο μας.

Το κείμενο είναι, όπως είπα, όμορφο. Πετυχαίνει τον στόχο του και δικαιολογεί τον τίτλο του. Αποτελεί πράγματι συγκινητική έκπληξη αυτή η άλλη Ελλάδα «με την ευαισθησία της τεταμένη για τις κοινωνικές προτεραιότητες, την ανθρωπιά, τη χαρά της προσφοράς». Μονάχα εκεί προς το τέλος της επιφυλλίδας του, ο γνωστός συγγραφέας παραπατά: «Aν καθαρίσει ποτέ η ματιά μας από τον σκοτασμό που φέρνει η οργή, έστω και δίκαιη, θα αναγνωρίσουμε ότι η στάση απέναντι στους πρόσφυγες ήταν η δεύτερη έκπληξη που, μέσα σε ένα χρόνο, εμφάνισε η ελληνική κοινωνία. H πρώτη έκπληξη ήταν το δημοψήφισμα της 5ης Iουλίου 2015…: Tο σθένος των Eλλήνων να πουν «όχι», σε ποσοστό 62%…».

Ίσως θύμα κι ο ίδιος της «δίκαιης έστω οργής» και του σκοτασμού της, ονομάζει ο συντάκτης «έκπληξη» κάτι που τα ίδια τα γεγονότα μάς έδειξαν πως δεν είναι. Ας εξηγηθώ.

Ο Χρήστος Γιανναράς είναι από τις λίγες δημόσιες πένες, που έχει αναδείξει ευθύβολα το βασικό πρόβλημα των νεοελλήνων: την ακρισία. Ακρισία σημαίνει αδυναμία ορθολογικής κρίσης, αδυναμία να βάλω στην άκρη το θυμικό μου, που υπερεκχειλίζει μέσα μου, και να κοιτάξω τα πράγματα με ευθύτητα, ζυγιάζοντάς τα με μάτι καθαρό. Και πράγματι, οι Έλληνες αυτό ακριβώς το χτικιό κουβαλάμε: να μην μπορούμε να δούμε τα πράγματα ξεκάθαρα – ολοένα να στραβωνόμαστε από την οργή (σπάνια τη χαρά μας), τον φθόνο, την κακεντρέχια, την ευθυνοφοβία, τη σιχασιά, και να μην κοιτάζουμε κατάματα τα δεδομένα της πραγματικότητας.

Τα δεδομένα της πραγματικότητας τον Ιούλιο του 2015 έλεγαν μια απλή αλήθεια: η χώρα μόνη της δεν μπορεί να ζήσει ούτε για ένα μήνα. Η κυβέρνηση, στην προσπάθειά της να διαπραγματευτεί με τους δανειστές της, εξάντλησε τα αποθεματικά ταμεία κάθε δημόσιου φορέα, και πλέον είχε φέρει τη χώρα στο σημείο να μην μπορεί να ζήσει με ιδίους πόρους ούτε για μικρό χρονικό διάστημα. Αυτή ήταν η απλή αλήθεια των δεδομένων. Και η πραγματικότητα το απέδειξε. Η ίδια αυτή κυβέρνηση σύρθηκε με σκυμμένο κεφάλι και υπέγραψε το αυτονόητο: την αποτροπή του αυτοχειριασμού της πατρίδας.

Πώς ερμηνεύεται το Όχι του δημοψηφίσματος; Με δύο τροπους (κατά βάση, μεταξύ άλλων). Ο πρώτος είναι αυτός της κυβέρνησης: Το «όχι» δεν σήμαινε άρνηση της ευρωπαϊκής οικονομικής βοήθειας και του μνημονίου, αλλά ήταν απλά ένα διαπραγματευτικό όπλο. Ο δεύτερος είναι ο τρόπος της ολοκληρωτικής ρήξης: το «όχι» ήταν έκφραση βούλησης για έξοδό μας από την ΕΕ και το ευρώ.

Ο χρόνος και τα πράγματα μάς έδειξαν ποιος από τους παραπάνω δύο τρόπους ερμηνείας είναι ο σωστός. Αυτός της κυβέρνησης προφανώς (το απέδειξε ο λαός που την ξαναψήφισε – αν η πλειοψηφία των «όχηδων» ήθελε έξοδο από το ευρώ, δεν θα ξαναψήφιζε την κυβέρνηση που μας κράτησε μέσα σ’ αυτό με μια νέα, επαχθέστερη συμφωνία, έτσι δεν είναι;). Ανεξάρτητα όμως από το ποιά ερμηνεία ισχύει, το «όχι» αποτελεί δείγμα ακρισίας απ’ όποια ερμηνευτική οδό κι αν το αντιμετωπίσει κανείς.

Με την πρώτη ερμηνεία: δεν έβλεπε τάχα ο Έλληνας πως δεν μπορείς να διαπραγματευτείς με τον χρόνο; Όταν δεν διαθέτεις τα απολύτως αναγκαία και ο χρόνος κυλά, πώς να διαπραγματευτείς; Ένα «όχι» (εντός ευρώ όμως) θα σήμαινε αργότερα νέο μνημόνιο με πιο επώδυνα μέτρα (όπως και έγινε), δεν το έβλεπαν αυτό οι τότε «οργισμένοι» (και παλιότερα «αγανακτισμένοι»), που ήθελαν τάχα να διαπραγματευτούν; Δεν το έβλεπαν βέβαια. Όποιος παρασύρεται από το θυμικό, δεν βλέπει καθαρά. Και με τη δεύτερη ερμηνεία: να βγούμε από το ευρώ για να πορευτούμε πώς; Σάμπως με τα ταμεία άδεια και την ανάγκη για εισαγωγές στο μάξιμουμ, δεν θα στερούνταν σε λίγους μήνες των στοιχειωδών μέσων διαβίωσης οι γονείς και τα παιδιά μας; Δεν το έβλεπαν αυτό οι «ηρωικοί» όχηδες; Δεν το έβλεπαν ασφαλώς…

Το «όχι» του δημοψηφίσματος, όπως και να το εκλάβει κανείς, ήταν ο θρίαμβος της νεοελληνικής ακρισίας, ο θρίαμβος της κατίσχυσης του θυμικού καταπάνω στη λογική της σκληρής (και άδικης σίγουρα) πραγματικότητας. Είναι δικαιολογημένο να αντιτάσσεις την οργή και την αγανάκτισή σου απέναντι στη σκληρότητα και το άδικο, αλλά είναι δείγμα ακρισίας να αφήνεις την οργή να καθοδηγεί την απόφαση και την πράξη σου. Και με εκδηλώσεις ακρισίας δεν καταπολεπάται ούτε η σκληρότητα ούτε η αδικία. Με την ακρισία χτυπάς απλώς το κεφάλι σου στον τοίχο, μέχρι να σπάσει (το κεφάλι σου, όχι ο τοίχος…).

Ο ελληνικός λαός προσέφερε τον Ιούλιο του 2015 άλλο ένα δείγμα της ακρισίας του για να το μελετούν στο μέλλον οι ιστορικοί και οι διανοούμενοι. Και πώς θα μπορούσε να ήταν αλλιώς; Ο Χρήστος Γιανναράς, επιφανής διανοούμενος κι αυτός, επί δεκαετίες ολόκληρες έχει αναδείξει και στιγματίσει τη συλλογική μας ακρισία. Πώς θα μπορούσε αίφνης η πλειοψηφία του ελληνικού λαού να πράξει τάχα αλλιώς;

Αν το καλοσκεφτείτε λοιπόν, «έκπληξη» δεν ήταν το «όχι» του δημοψηφίσματος. Έκπληξη ήταν το 38% του «ναι». Έκπληξη ήταν εκείνοι οι «άλλοι» Έλληνες, που έβλεπαν τις αντιπαθείς τηλεπερσόνες να προπαγανδίζουν εμετικά το «ναι», έβλεπαν το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα να συντάσσεται στο «ναι», αλλά δεν λύγισαν από την οργή και τη σιχασιά τους, δεν συγκατένευσαν στο θυμικό τους –«στάχτη να γίνουν!»– και αναγνώρισαν με μάτι καθαρό πως η αλήθεια δεν παύει να είναι αλήθεια, ακόμα κι όταν προφέρεται από χείλη ρυπαρά.

Έκπληξη ήταν οι «ναίδες» γι’ αυτό κι αποτελούν μειοψηφία στην Ελλάδα της ακρισίας, κ. Γιανναρά.

Μειοψηφία, κ. Γιανναρά, όπως εκείνα τα παιδιά στο πλάι των προσφύγων στην προκυμαία του Πειραιά…

Posted in Εκεί που 'ναι κι οι άλλοι… | Leave a comment

Σήκω ψυχή μου…

Ίσως η καλύτερη (μετά-Μπέλλου) εκτέλεση…

Posted in Play it again Sam… | Leave a comment

Απρόσμενη έκπληξη!

Layout 1Απρόσμενη έκπληξη οι “Ιστορίες του Χαλ” (Εκδ. Κίχλη).

Ιδιαίτερα χαρισματικό το γράψιμο του Γιώργου Μητά. Πολύτιμες ισορροπίες: τρυφερότητα, δίχως γλυκερούς λυρισμούς˙ εσωτερικότητα, χωρίς ψυχαναγκαστικές αυτοαναφορικότητες˙ ουσιώδεις περιγραφές, χωρίς αχρείαστες φλυαρίες ή περιττά ψιμύθια.

Είναι αξιοσημείωτο πόσο αμείωτο κρατιέται το ενδιαφέρον του αναγνώστη, μολονότι η πλοκή δεν είναι ιλιγγιώδης˙ πράγμα που σημαίνει πως ο συγγραφέας ξέρει να οικονομεί το υλικό του.

Τρεις ξεχωριστές ιστορίες, που διεισδύουν ανεπαίσθητα η μία μέσα στην άλλη. 140 σελίδες μεστές, ουσιαστικές, χωρίς στυλιστικές “ευκολίες”, χωρίς λογοτεχνίστικες επιτηδεύσεις. Δεν περισσεύει κάτι. Δεν μοιάζει να λείπει τίποτα.

Ο δημιουργός δείχνει σίγουρος για τον εαυτό του, χωρίς να κομπάζει για τη σιγουριά του. Δεν διεκδικεί κάποια πόζα. Δεν παλεύει να αποδείξει κάτι κι αυτό δίνει απλότητα και ηρεμία στη γραφή του. Όπου κάνει χρήση των κλισέ, το κάνει δίχως κόμπλεξ. Όπου πρωτοτυπεί, το κάνει δίχως ακκισμούς.

Βρήκα δε το τέλος του δεξιοτεχνικό! Το λιτό, προσγειωμένο έργο, απογειώνεται με μια απροσδόκητη λεπτή εκτίναξη στο μυστήριο, στο αντιλογικό!

Χαίρομαι που ο συγγραφέας είναι πενηντάρης! Γιατί αυτό σημαίνει πως, κατά πάσα πιθανότητα, διαθέτει την ωριμότητα να μείνει αλώβητος από την επιτυχία του πρώτου του έργου, και το κουράγιο να μη δειλιάσει μπροστά στον πήχη που ο ίδιος έθεσε.

Posted in Περιτεχνολόγιο… | Leave a comment

Γυμνά κορμιά στην πλατεία Κλαυθμώνος!

stills 1Η είδηση λέει ότι η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση υποχρεώθηκε να διακόψει την προβολή του έργου με τον τίτλο «Stills» του Kris Verdonck, στη συμβολή των οδών Παρνασσού και Παπαρρηγοπούλου (πλατεία Κλαυθμώνος), κατόπιν καταγγελιών επί του περιεχομένου αυτού. Η γιγαντιαία βιντεοεγκατάσταση έδειχνε ολόγυμνα αντρικά και γυναικεία κορμιά, κατάστικτα από τατουάζ (και piercing ενίοτε), να επιδίδονται σ’ έναν έμπονο, μοναξιασμένο αγώνα να οικονομήσουν την ταλαιπωρημένη σωματικότητά τους (άλλοτε παχύσαρκη, άλλοτε σαν στανικά εκγυμνασμένη, μα πάντα βεβαρυμένη από μια μελαγχολική χοϊκότητα) σε ένα νοητό εγκιβωτισμό, που οριοθετούνταν συμβολικά από τους αστικούς τοίχους του εγκαταλελειμμένου πάρκιγκ στη συμβολή των δύο οδών. Κάπως έτσι “διάβασα” εγώ το έργο και ως τέτοιο, μου φάνηκε ιδιαιτέρως ευφυές (ως ατμόσφαιρα), με εύστοχο συμβολισμό και όμορφη αισθητική.

Όμως το θέμα βρίσκεται αλλού. Ας το θέσω χονδροειδώς: δικαιούται η Στέγη να γκρινιάζει που της απαγόρευσαν την βιντεοεγκατάσταση στον δημόσιο χώρο ή όχι; Από όλα τα ΜΜΕ θα ακούσει κανείς οιμωγές για τον συλλογικό συντηρητισμό μας και για τη δυσανεξία του δημόσιου χώρου μας απέναντι στο καλλιτεχνικό γυμνό. Πρωτίστως βάλλεται η ελευθερία! Κάπως έτσι “στοχάζονται” τα ΜΜΕ…

Θα μου επιτρέψετε να πω ότι, κατά τη γνώμη μου, ούτε την ελευθερία υπερασπιζόμαστε με αυτή την επιφανειακή οπτική, ούτε την αληθινή τέχνη. Διότι η μεν ελευθερία για να υπάρχει και να αποδίδει σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, οφείλει να λειτουργεί μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αξιών που την περιλαμβάνει αρμονικά, χωρίς να θυσιάζει άλλες αξίες για χατίρι της. Η δε τέχνη, η αληθινή τέχνη —κι εδώ κρίνεται το αν αναγνωρίζουμε την ιερότητά της και κατά πόσο είμαστε διατεθειμμένοι να τη διακονήσουμε— έχει τις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις της˙ κι όταν την εκθέτουμε δίχως να εγείρουμε αξιώσεις από τον αποδέκτη της, τότε απλά την εκχυδαΐζουμε (άσχετα από το αν διαθέτει γυμνό ή όχι). Ας πάρουμε τα πράγματα κάπως αναλυτικότερα.

“Σε μια συγκεκριμένη κοινωνία η ελευθερία δεν είναι η μοναδική αξία, που αξίζει να υπερασπιστούμε”, λέει κάπου ο Τσβετάν Τοντόροφ. Δεν έχει κι άδικο. Έχει μεγάλη σημασία εδώ η λέξη “συγκεκριμένη”…

Εν προκειμένω, από τη συμβολή των οδών Παρνασσού και Παπαρρηγοπούλου περνάνε πεζοί και αμάξια. Ανάμεσά τους είναι μικρά παιδιά και μουσουλμάνοι μετανάστες. Θα ήθελα παρακαλώ να ρωτήσετε έναν ψυχίατρο αν είναι καλό για την ψυχοσύνθεση ενός παιδιού, πέντε χρονών φερ’ ειπείν, να δει αίφνης τα γεννητικά όργανα του πατέρα του ή της μητέρας του ή ακόμα περισσότερο κάποιου άλλου ενηλίκου. Αυτό που θα σας πει, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, είναι ότι το θέαμα (εξαιτίας των δικών του ανατομικών παιδικών θεαμάτων) θα το σοκάρει και ίσως να το σοκάρει τραυματικά. Πόσο μάλλον που το θέαμα δεν θα λάβει χώρα τυχαία σε κάποια παραλία, την ώρα που το παιδί θα ασχολείται με χίλια δυο άλλα πράγματα και κυρίως με το παιχνίδι του, αλλά στην υποβλητική γιγάντια επιφάνεια ενός σκοτεινού τοίχου, στο κέντρο της πόλης. Δηλαδή, γιατί η ελευθερία της τέχνης (στη δημοσιότητα ενός αστικού τοίχου) είναι μια αξία που θα πρέπει να προστατέψουμε περισσότερο από τον σεβασμό μας απέναντι σε κείνους τους ευάλωτους ανάμεσά μας ψυχισμούς˙ ή απέναντι σε κείνους του γονείς, που η αίσθηση της γονεϊκής τους υπευθυνότητας τούς επιβάλλει να μην υποβάλλουν τα παιδιά τους σε τέτοια θεάματα;

Και επιπλέον: από το ίδιο κεντρικό σημείο της πλατείας Κλαυθμώνος περνούν πλήθος μουσουλμάνοι μετανάστες (λαθραίοι ή όχι, αδιάφορο). Για τη δική τους συνείδηση, όπως διαμορφώνεται από τη θρησκευτική τους πίστη, το εν λόγω θέαμα της βιντεοεγκατάστασης συνιστά πλήγμα και μάλιστα βίαιο, εν τινι μέτρω. Στη ροή της καθημερινότητάς τους, εισβάλλει αίφνης ένα θέαμα γυμνότητας (χυδαίας ή μη δεν έχει σημασία — εν προκειμένω, καθόλου χυδαίας, κατά τη γνώμη μου), στο οποίο οι ίδιοι δεν θα ήθελαν ποτέ να νιώσουν εκτεθειμένο τον εαυτό τους. Με ποιο δικαίωμα και στο όνομα ποιας ελευθερίας δικαιούται κάποιος να παραβιάζει τις συνειδήσεις των περαστικών μουσουλμάνων; [Αντιλαμβάνεστε ασφαλώς γιατί επικαλούμαι τους μουσουλμάνους και όχι εμάς τους χριστιανούς και τις δικές μας συνειδήσεις… Διότι πολύ απλά για την ευρύτερη ελληνική κοινωνία, εμείς οι χριστιανοί είμαστε ανυπόληπτοι, πολίτες δεύτερης διαλογής, οι δικές μας συνειδήσεις δεν είναι άξιες σεβασμού, καθότι εμφορούνται a priori από εγγενή πουριτανισμό (πράγμα όχι ολωσδιόλου άτοπο αν αναλογιστεί κανείς τον Πειραιώς Σεραφείμ) και κατά τούτο δεν αξίζουμε παρά τη χλεύη και την ειρωνία. Κάπως έτσι σκέφτεται τους χριστιανούς ο μέσος Έλληνας πολίτης και κυρίως τα ΜΜΕ].

Οι νόμοι που διέπουν τον δημόσιο χώρο υπάρχουν για να ισορροπούν αυτές τις αξίες (την ελευθερία, τον αλληλοσεβασμό κλπ), λαμβάνοντας ως γνώμωνα όχι μονάχα την κοινή συνισταμένη της βούλησης μιας εικαζόμενης πλειοψηφίας, αλλά κυρίως τις ανάγκες και τις αδυναμίες των ασθενεστέρων. Έτσι λειτουργούμε στις πολιτισμένες δυτικές κοινωνίες. Και είναι αυτή η λογική που διέπει τις νομικές οριοθετήσεις της περίφημης “δημοσίας αιδούς”, όχι η κοντόθωρη ηθικιστική οπτική ενός νοητού τάχα ιερατείου-τιμητή, όπως θα ήθελαν ενδεχομένως να νομίζουν κάποιοι, για να τροφοδοτούν τις δικές τους ιδεολογικές προκαταλήψεις.

Θα ίσχυε η ίδια αξίωση σεβασμού του μουσουλμάνου ή του χριστιανού (ή του πεντάχρονου παιδιού) στην περίπτωση έκθεσης της βιντεοεγκατάστασης σε κάποια αίθουσα της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών; Θα δικαιούνταν κανείς να εγκαλέσει τη Στέγη για κάτι τέτοιο; Όχι, τουλάχιστον όχι κατά τη γνώμη μου. Διότι σε μια αίθουσα της Στέγης η τέχνη θα διέθετε αυτό που κάθε τέχνη οφείλει, νομίζω, να έχει: προϋποθέσεις! Θα έπρεπε να βγεις από τον δημόσιο χώρο της συμβολής κάποιων οδών (εκεί απ’ όπου περνάς τυχαία) και να κατευθυνθείς οικειοθελώς και αποφασιστικά σ’ έναν άλλο χώρο, έχοντας εκ των προτέρων αποδεχθεί πως θα πληρώσεις εισιτήριο, ή (ακόμα κι αν δεν πληρώσεις) θα αφιερώσεις στοιχειωδώς χρόνο και θα δαπανήσεις την όποια περισυλλογή δύνασαι. Σε κάθε περίπτωση, θα αναλάβεις την ευθύνη να συναντηθείς με τον καλλιτέχνη! Η σύμβαση και μόνο αυτής της σχέσης δημιουργού-αποδέκτη της τέχνης, αλλάζει ολόκληρο το πλαίσιο της σκέψης μας και το επανατοποθετεί σε άλλη βάση: εδώ πλέον η ελευθερία της καλλιτεχνικής έκφρασης έχει τον πρώτιστο λόγο και καθετί που τείνει να την υποτιμά, δικαιούται την περιφρόνησή μας.

Η Στέγη με τη δήλωσή της —“Λυπόμαστε που, 12 χρόνια μετά το Outlook, συζητάμε ακόμη αν είναι προσβλητικό το γυμνό σε ένα σύγχρονο έργο τέχνης. Ας αναλογιστεί ο καθένας μας τι είναι χυδαίο”— το μόνο που καταφέρνει είναι να “πετάει την μπάλα στην εξέδρα”. Δεν είναι συγκρίσιμα μεγέθη ο κλειστός χώρος έκθεσης του Outlook και ο δημόσιος χώρος έκθεσης της εν λόγω βιντεοεγκατάστασης. Και το διακύβευμα δεν είναι το τι συνιστά χυδαιότητα ή μη στην τέχνη. [Για όνομα του Θεού! Ποιός βραδύνους συντάσσει τα δελτία τύπου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών!]

Οι κοινωνίες που θέλουν να λέγονται πολιτισμένες, αναστοχάζονται με σοβαρότητα τον κοινό τους βίο, διαβουλεύονται εποικοδομητικά και λεπτολογούν τα διακυβεύματά του. Πάνω απ’ όλα, ασκούνται στην αρετή της διάκρισης…

Posted in Εκεί που 'ναι κι οι άλλοι… | Leave a comment